ΚΟΙΝΩΝΙΑΠΟΛΙΤΙΚΗ

Π.Καρκατσούλης: Σοσιαλδημοκρατία, κράτος δικαίου & διοικητική μεταρρύθμιση

Σοσιαλδημοκρατία, κράτος δικαίου και διοικητική μεταρρύθμιση

*Παναγιώτης Καρκατσούλης, μέλος της ΚΠΕ του Κινήματος Αλλαγής, Γραμματέας του Τομέα Πολιτικής Προστασίας.

Η σχέση του κράτους δικαίου και της σοσιαλδημοκρατίας είναι οργανική και διηνεκής. Το κράτος δικαίου αποτελεί το μέσον δια του οποίου η σοσιαλδημοκρατία μπορεί να παράσχει τις εγγυήσεις ενός πλέγματος πολιτικών και μέτρων για την ανάπτυξη και την διατήρηση της κοινωνικής αλληλεγγύης, της βιώσιμης και ισορροπημένης ανάπτυξης καθώς και για την κατοχύρωση των ατομικών δικαιωμάτων. Η συνέχεια και η βιωσιμότητα των πολιτικών εξαρτώνται από την ποιότητα της νομοθέτησης και της δικαιοσύνης, από τον βαθμό ανοιχτότητας και διαφάνειας των θεσμών καθώς και από την ένταση του κοινωνικού ελέγχου του κράτους.

Προκειμένου το κράτος να ανταποκριθεί στην αποστολή του αυτή, πρέπει να βρίσκεται σε μια κατάσταση διαρκούς μεταρρύθμισης με σκοπό την διασφάλιση της διαφάνειας, της ισονομίας και της αξιοκρατίας. Για περισσότερο από 50 χρόνια, οι Δυτικές Δημοκρατίες, καθώς και πολλές χώρες προερχόμενες από τον δεύτερο και τον τρίτο κόσμο, εφάρμοσαν η πειραματίστηκαν, άλλοτε επιτυχώς κι άλλοτε ανεπιτυχώς, με τέτοιου τύπου μεταρρυθμίσεις.

Πολλές από τις διοικητικές μεταρρυθμίσεις των τελευταίων δεκαετιών αποτελούν αντιδάνεια αλλαγών και προσαρμογών των ιδιωτικών επιχειρήσεων στον ταχύτατα μεταβαλλόμενο κόσμο: Αποτελεσματικότητα και αποδοτικότητα, στρατηγικός σχεδιασμός και στοχοθεσία, προϋπολογισμοί βάσει αποτελεσμάτων, όλες αυτές οι ετικέττες περί των οποίων πολλή συζήτηση έχει γίνει και στη χώρα μας, δοκιμάστηκαν, πρώτα, στον ιδιωτικό τομέα της οικονομίας και εν συνεχεία, από την δεκαετία 1980 και μετά, μεταλαμπαδεύτηκαν μαζικά στον δημόσιο τομέα.

Η σοσιαλδημοκρατία επηρέασε πολλές από τις μεταρρυθμίσεις. Η διαβούλευση, για παράδειγμα, με πολλούς και διαφορετικούς τρόπους είναι κατάκτηση των σκανδιναβικών χωρών (βλ. Nordic Model). Το ίδιο ισχύει και για την επαναφορά του κοινοτισμού και των δικτύων. Το πως, όμως, εφαρμόστηκαν οι μεταρρυθμίσεις σε κάθε χώρα και, το κυρίώτερο, τι πέτυχαν και κατά πόσο βελτίωσαν την δημόσια διοίκηση των χωρών που εφαρμόστηκαν, αυτό δεν καθορίστηκε μόνο από τις ίδιες τις μεταρρυθμίσεις αλλά και από το οικονομικό, μορφωτικό και πολιτισμικό επίπεδο κάθε χώρας. Ενώ οι αφετηρίες πολλών εκ των μεταρρυθμίσεων ανάγονται σε παραδόσεις που δεν έχουν σχέση με την Δύση και τον ατομοκεντρικό πολιτισμό μας (βλ. ως πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα το εξ Ανατολών προερχόμενο κίνημα της Ποιότητας το οποίο οδήγησε σε σημαντική αναβάθμιση τις παρεχόμενες υπηρεσίες) ενσωματώθηκαν, βαθμηδόν, στον δικό μας σύστημα αξιών και, σήμερα, αποτελούν σταθερό κεφάλαιο των μεταρρυθμίσεων. Η ποιότητα, όμως, των υπηρεσιών εξακολουθεί να είναι διαφορετική στη Φινλανδία απ’ ότι στην Ελλάδα κι αυτό οφείλεται στο ότι οι μεταρρυθμίσεις παράγουν αποτελέσματα μόνον εντός ενός συγκεκριμένου περιβάλλοντος, εντός του οποίου αναπτύσσονται.

Μια διοικητική μεταρρύθμιση όπως οι προηγούμενες δεν μπορεί, για παράδειγμα, να ευδοκιμήσει σε περιβάλλον αυταρχισμού και περιστολής των ατομικών δικαιωμάτων.
Γι’ αυτό και στην Ελλάδα τέτοιες θεμελιώδεις μεταρρυθμίσεις έγιναν μόνον κατά την περίοδο διακυβέρνησης της χώρας από την δημοκρατική παράταξη. Αντίθετα από την συντηρητική παράταξη, αυτή δρομολόγησε μεγάλης εμβέλειας μεταρρυθμίσεις πετυχαίνοντας την εμβάθυνση της δημοκρατίας, την αντιμετώπιση του πελατειασμού και την κατοχύρωση του κοινωνικού κράτους. Μεταξύ αυτών, συγκαταλέγονται οι κορυφαίες μεταρρυθμίσεις που αναφέρονται στο αντικειμενικό σύστήμα προσλήψεων («ΑΣΕΠ»), η δημιουργία μιας βιώσιμης αυτοδιοίκησης («Καποδίστριας», «Καλλικράτης»), η δημιουργία κοινωνικού ελέγχου της δημόσιας διοίκησης («Συνήγορος του Πολίτη») και η δημιουργία ελεγκτικών μηχανισμών (ΣΔΟΕ, Σώμα ελεγκτών).

Παρά τις μεταρρυθμίσεις αυτές η Ελλάδα εξακολουθεί να μην έχει μια αξιόπιστη δημόσια διοίκηση και πολλά ακόμη πρέπει ν’ αλλάξουν. Αξίζει να σημειωθεί ότι η περίοδος διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ αποτέλεσε μια από τις περιόδους στην ιστορία της ελληνικής δημόσιας διοίκησης, όπου όχι μόνον δεν προωθήθηκε καμία ουσιαστική μεταρρύθμιση αλλά, αντιθέτως, υπονομεύθηκαν και εκείνες που υπήρχαν ήδη. Η διακυβέρνηση αυτή ανέδειξε την «αριστερή» όψη του πελατειακού κράτους η οποία συναρτάται προς την «δεξιά» για την οποία είχαν γραφτεί και ειπωθεί πολλά.
Χρέος πολιτικό και κοινωνικό της Κεντροαριστεράς είναι, λοιπόν, η υποστήριξη μιας ατζέντας διοικητικών μεταρρυθμίσεων που θα απαντούν τόσο στα παλαιότερα όσο και στα νεώτερα προβλήματα. Θεωρώ, δε, ότι η ατζέντα αυτή πρέπει να προταχθεί έναντι των υπολοίπων προτάσεων και μέτρων πολιτικής διότι, από την ποιότητα των επεξεργασιών και των προτάσεών της θα επηρεαστούν, αναλόγως, όλες οι υπόλοιπες προτάσεις μας.

Ο χαρακτήρας των διοικητικών μεταρρυθμίσεων είναι, βαθύτατα, πολιτικός, αφού απαντά τόσο στις νεες προκλήσεις του αυταρχισμού και του λαϊκισμού, της κλιματικής αλλαγής και της ψηφιακής επανάστασης, όσο και στις παλαιότερες του πελατειασμού και της κομματοκρατίας.

Η δημοκρατική παράταξη, η σύγχρονη Κεντροαριστερά θα συνεχίσει να επιδιώκει τους ίδιους στόχους με νέα μέσα. Είμαι, δε, βέβαιος ότι η επιτυχία των στόχων αυτών μπορεί να σημάνει και την ολική επαναφορά της στο πολιτικό προσκήνιο.