ΠΟΛΙΤΙΚΗ

“Ο Αντώνης Τρίτσης του Αθλητισμού, της Δημοκρατίας, της Αλλαγής, των Αθηνών…”

Γράφει ο ‘Σαλβαδορ” του “The Socialist”

Κανείς δεν φανταζόταν ότι ο πρωταθλητής του δεκάθλου με τις φοβερές αθλητικές επιδόσεις, θα γινόταν κάποτε πολιτικός. Αυτός όμως τους διέψευσε όλους. Σπούδασε, ταξίδεψε, αγωνίσθηκε και έγινε ένας καινοτόμος πολιτικός, που έβλεπε πολλά χρόνια μπροστά… Ένας πολιτικός και πάνω απ’ όλα άνθρωπος που έφυγε ξαφνικά από την ζωή στις 7 Απριλίου του 1992.

Μοναχογιός του Σάββα και της Νίκη Τρίτση. Γεννήθηκε στο Αργοστόλι της Κεφαλλονιάς το 1937, αλλά μετά τους καταστροφικούς σεισμούς του 1953, ήρθε με την οικογένεια του στην Αθήνα. Από μικρός ασχολήθηκε με τον αθλητισμό. Αρχικά ως ποδοσφαιριστής (σέντερ μπακ) στην ομάδα «Ολυμπιακός» Κεφαλλονιάς. Αργότερα έγινε αθλητής στίβου του Παναθηναϊκού. Υπήρξε πρωταθλητής Ελλάδας στο δέκαθλο και στο ύψος, ενώ κέρδισε διακρίσεις και στους βαλκανικούς.

Τον Αύγουστο του 1963, σε ένα ταξίδι του στην Ελλάδα γνωρίστηκε με τον Ανδρέα Παπανδρέου. Στη διάρκεια της χούντας έγινε μέλος του Πανελλήνιου Αντιστασιακού Κινήματος (ΠΑΚ) και ξεκίνησε την αντιστασιακή του δράση ως σύνδεσμος με το εξωτερικό. Το 1970 και ενώ βρισκόταν στην Ελλάδα, κινδύνεψε να συλληφθεί. Ο φίλος και συνεργάτης του Γιάννης Κορωναίος είχε τοποθετήσει βόμβα στον Εθνικό Κήπο, την ώρα που ο δικτάτορας Παπαδόπουλος είχε συνάντηση με τον τότε υπουργό Εθνικής Άμυνας των Η.Π.Α., Λερντ. Όλοι σχεδόν πιάστηκαν, ενώ ο Τρίτσης κατάφερε να το σκάσει στην Ιταλία, όπου έδρασε πλέον με το ψευδώνυμο «Γιάννος», καταζητούμενος από τη στρατιωτική δικτατορία. Αργότερα επέστρεψε στο Σικάγο και παντρεύτηκε τη Γερμανίδα Σούζαν Μυλχάουζερ.
Μετά τη μεταπολίτευση γύρισε στην Ελλάδα και αποφάσισε να πολιτευτεί με το ΠΑΣΟΚ. Το 1981 εκλέχθηκε βουλευτής Κεφαλονιάς – Ιθάκης και ανέλαβε το υπουργείο Χωροταξίας Οικισμού & Περιβάλλοντος. Αρνείται να είναι άλλος ένας γραφειοκράτης και καταθέτει προτάσεις που πολλές φορές προκαλούν τον χλευασμό των αντιπάλων του, καθώς τις θεωρούν ανεφάρμοστες. Αντιστέκεται στη δημιουργία του αεροδρομίου στα Σπάτα και προτείνει να γίνει στην Τανάγρα ή να επεκταθεί αυτό του Ελληνικού.

Οι θέσεις του βρίσκουν πολλούς να διαφωνούν, ακόμα και μέσα στο κόμμα του. Έτσι, στις 21 Σεπτεμβρίου του 1984 αποχωρεί από το υπουργείο. Τότε είχε πει τη φράση «Είμαι ένας απλός στρατιώτης της αλλαγής», ενώ Το 1986, ορίστηκε υπουργός Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων. Δύο χρόνια μετά, παραιτήθηκε εξαιτίας της σκληρής κόντρας με την Ιεραρχία της εκκλησίας, σχετικά με το θέμα της εκκλησιαστικής περιουσίας. Από το βήμα της Βουλής και ενώ μαινεται η κόντρα κυβέρνησης και εκκλησίας για την διαχείριση των εκκλησιαστικων εκτάσεων ο Α. Τρίτσης κατακεραυνωνει τα συμφέροντα και τους κύκλους ανωμαλίας που επιβουλευομται την κατάσταση λέγοντας: “Μας κατηγορούν ότι αυτό που θέλουμε είναι να πάρουμε ότι κράτα η εκκλησία στα χέρια της ως άλλοι ληστές. Όχι αυτό που θέλουμε είναι μια ορθή φορολογική διαχείριση στα πλαίσια της διαφάνειας και του Συντάγματος, στο οποίο οφειλουμε να υπακουμε όλοι οι Έλληνες είτε πολιτικοί, είτε πολίτες, είτε ράσοφοροι… Δεν μπορεί η Ελληνική Δημοκρατία να αναγνωρίζει ως τίτλους ιδιοκτησίας χρυσόβούλα που παραχωρηθησαν στις ιερές μόνες στα χρόνια της Τουρκοκρατίας και δεν τιμά και την Εκκλησία παράλληλα να τα παρουσιάζει ως επιχείρημα διαλόγου και τίτλο νόμιμης κατοχής, αν θέλουμε να λεγόμαστε κράτος δικαίου, προόδου και Δημοκρατίας… “.

Σύντομα διαγράφεται από το ΠΑΣΟΚ και ιδρύει δικό του κόμμα, το «Ελληνικό Ριζοσπαστικό Κίνημα», το οποίο στις εκλογές σημειώνει χαμηλά ποσοστά. Τον Ιούλιο του 1990 αποφασίζει να θέσει υποψηφιότητα για Δήμαρχος στον Δήμο Αθηναίων. Με επιστολή προς τις ηγεσίες όλων των κομμάτων ζητάει τη στήριξή τους. Τελικά μόνο η ΝΔ, ανταποκρίνεται θετικά. Τον Οκτώβριο του 1990, αν και έχει ισχυρό αντίπαλο τη Μελίνα Μερκούρη, βγαίνει νικητής.Στις 23 Μαρτίου 1992, εισάγεται επειγόντως στο Ιατρικό Κέντρο Αθηνών μετά από ισχαιμικό επεισόδιο. Μια εβδομάδα αργότερα, ένα βαρύτατο αιμορραγικό εγκεφαλικό επεισόδιο χτυπάει τον Αντώνη Τρίτση. Η κατάσταση του θεωρείται εξαιρετικά κρίσιμη και μη εγχειρήσιμη. Στις 7 Απριλίου 1992, φεύγει από τη ζωή. Εκείνη την περίοδο θα παντρευόταν την επί επτά χρόνια σύντροφο του ηθοποιό Μιμή Ντενίση.