ΔΙΕΘΝΗΠΟΛΙΤΙΚΗ

I.Perez-Εύα Καϊλή: “Ευρωομόλογα τώρα για την σωτηρία της Ε.Ε!”

President designate of the European Commission meets with S&D group

Η πρώτη κρίση κατά τη διαδικασία της ευρωπαϊκής ενοποίησης ήρθε μόλις τρία χρόνια μετά την υπογραφή της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Ανθρακα και Χάλυβα. Το 1954, η Γαλλική Εθνοσυνέλευση αρνήθηκε να επικυρώσει μια συμφωνία για Κοινή Ασφάλεια, οδηγώντας τους ηγέτες των έξι ιδρυτικών κρατών σε διαφωνίες επιφέροντας ένα σχεδόν τελειωτικό πλήγμα στο ευρωπαϊκό εγχείρημα. Ηταν η Ολλανδία που εμφύσησε νέα πνοή στην Κοινότητα με μια τολμηρή και φιλόδοξη πρόταση: μια ολοκληρωμένη οικονομική κοινότητα.

Η ιδέα προήλθε από έναν Φιλελεύθερο ολλανδό τραπεζίτη και πολιτικό, τον Johan W. Beyen, προχωρώντας πέρα από τη λογική τής «ανά τομέα» ενσωμάτωσης που είχε εισηγηθεί ο Jean Monnet, ο οποίος μάλιστα εξέφρασε τις αμφιβολίες του για την επιτυχία μιας τέτοιας προσπάθειας. Παρ’ όλα αυτά, η προσπάθεια πέτυχε και επέτρεψε την εμβάθυνση και διεύρυνση της Κοινότητας – σήμερα Ενωσης – που έφερε ειρήνη και ευημερία σε εκατομμύρια Ευρωπαίους. Είναι αυτό ακριβώς το είδος της διορατικής ηγεσίας που χρειαζόμαστε σήμερα για να περιφρουρήσουμε το μέλλον της Ενωσης.

Η Κοινή Αγορά έκανε εφικτή την ελεύθερη κίνηση ανθρώπων, αγαθών, υπηρεσιών και κεφαλαίου. Εξελίχθηκε σε μια ενιαία αγορά με κοινά standards και λιγότερα εμπόδια, με μεγαλύτερη παραγωγικότητα και χαμηλότερες τιμές. Αυτή η Ευρωπαϊκή Ενωση ωφέλησε όλους τους Ευρωπαίους αλλά, ας το παραδεχτούμε, ωφέλησε κάποιους περισσότερο από άλλους. Σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η Ολλανδία είναι σε απόλυτους αριθμούς η τρίτη περισσότερο ευνοημένη χώρα από την ενιαία αγορά, με εκτιμώμενο επιπρόσθετο εισόδημα 84 δισ. ευρώ. Αυτό είναι πολύ μεγαλύτερο από της Ισπανίας και της Ιταλίας, παρότι είναι σημαντικά μεγαλύτερες χώρες.

Αν και η εποχή δεν προσφέρεται για παιχνίδια απόδοσης ευθυνών, σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να βλέπουμε την ευρωπαϊκή ενοποίηση σαν ένα παίγνιο μηδενικού αθροίσματος. Οι ηγέτες της Ενωσης έχουν την υποχρέωση να εξηγήσουν τι διακυβεύεται και να καθησυχάσουν τους φόβους περί «ηθικής βλάβης», καθώς λίγοι γνωρίζουν ότι οι δομικές πολιτικές και οι πολιτικές συνοχής εισήχθησαν από τον Jacques Delors ως αποζημίωση για τις απώλειες που υπέστησαν ορισμένα κράτη μόλις έγιναν μέλη της ενιαίας αγοράς. Οι αρχές στις οποίες βασίζεται η Ενωση είναι αυτές της δικαιοσύνης και της αλληλεγγύης, και είναι ο μόνος τρόπος ώστε όλοι να βγουν κερδισμένοι.

Το σχέδιο Ντελόρ

Κατά τη διάρκεια της προεδρίας του Ζακ Ντελόρ, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ξεκίνησε επίσης το φιλόδοξο σχέδιο για ένα κοινό νόμισμα. Παρότι διαπιστώθηκαν νωρίς κενά στον σχεδιασμό ως προς τις αποδόσεις των κρατικών ομολόγων, και στο επίπεδο των επιτοκίων αλλά και στον πληθωρισμό, ακόμη και όταν τέθηκε πλήρως σε εφαρμογή το ευρώ, οι μηχανισμοί διαχείρισης του κοινού νομίσματος παρέμειναν ατελείς. Οι επιπτώσεις αυτών των αδυναμιών ήταν οδυνηρά αισθητές κατά τη διάρκεια της οικονομικής κρίσης του 2008, όταν ορισμένες χώρες της ΕΕ αντιμετώπισαν οικονομικές δυσκολίες μόνες τους και αναγκάστηκαν να ακολουθήσουν σκληρά προγράμματα διάσωσης με αντάλλαγμα βίαιες συνθήκες λιτότητας – με κοινωνικοοικονομικές συνέπειες αισθητές μέχρι και σήμερα.

Προφανώς στάθηκε αδύνατο να αποφευχθούν φαινόμενα κερδοσκοπίας εις βάρος των εκτεθειμένων στο χρέος κρατών, χωρίς τους παραδοσιακούς εθνικούς μηχανισμούς προστασίας, και με τους αντίστοιχους νέους ευρωπαϊκούς μηχανισμούς να μην έχουν ακόμη τεθεί σε ισχύ, παρότι οι χώρες της ευρωζώνης συμφώνησαν να δημιουργήσουν τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας. Στόχος του οποίου ήταν η παροχή δανείων έκτακτης ανάγκης, ωστόσο, σε αντάλλαγμα, οι χώρες έπρεπε να προβούν σε αυστηρές διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις και μέτρα λιτότητας, ενώ το όργανο αυτό σχεδιάστηκε για ασύμμετρα οικονομικά σοκ, υποθέτοντας ότι οι χώρες είχαν κάνει συστηματικά λάθη στο παρελθόν. Αυτή ακριβώς είναι η ριζική διαφορά με τη νυν κρίση της πανδημίας, όπου όλες οι χώρες επηρεάζονται χωρίς να υπάρχει συστημική ευθύνη.

Αντίθετα με όσα υποστήριζε ο Robert Mundell το 1961, το κύριο πρόβλημα των κοινών νομισματικών ζωνών δεν φαίνεται να αφορά αποκλειστικά το πώς θα ανταποκριθούν σε ασύμμετρα οικονομικά «σοκ». Κατέστη σαφές το 2008 ότι τα κράτη-μέλη της Ενωσης δεν μπορούσαν να αντιδράσουν μεμονωμένα ασκώντας το καθένα δική του νομισματική πολιτική, καθώς δεν είχαν τη δυνατότητα να υποτιμήσουν τα εθνικά τους νομίσματα. Ενώ ισχυρισμοί κερδοσκόπων σχετικά με τα επιτόκια των ομολόγων έπληξαν άδικα κάποιες χώρες της Ευρώπης, παρότι άλλες επωφελήθηκαν από τη «δυστυχία» των γειτόνων τους.

Σήμερα, η Ευρωπαϊκή Ενωση δέχεται ένα ασύμμετρο σοκ ως αποτέλεσμα της πανδημίας covid-19. Αυτό καθιστά τους μηχανισμούς που δημιουργήθηκαν για την αντιμετώπιση της προηγούμενης κρίσης ανεπαρκείς. Οι κοινωνικοπολιτικές επιπτώσεις αυτής της κρίσης δημιουργούν ένα μεγαλύτερο κύμα προβλημάτων για την ευρωζώνη σε σχέση με αυτό του 2008, καθώς η Ευρώπη έρχεται αντιμέτωπη με μια βαθύτερη υπαρξιακή κρίση, η οποία απειλεί να δημιουργήσει μεγάλη απογοήτευση από τη στάση αρκετών κυβερνήσεων στους ευρωπαίους πολίτες. Ετσι όπως οι πολιτικές συνοχής και η ενιαία ευρωπαϊκή αγορά αποτελούν δύο όψεις του ιδίου νομίσματος, το ίδιο ακριβώς θα πρέπει να ισχύσει και για την έκδοση ευρωπαϊκού ομολόγου σε μια νομισματική ένωση. Ακόμη και οι χώρες που αντιτίθενται στη δημιουργία αυτών των «έκτακτων» ευρωομολόγων δεν μπορούν να αποφύγουν μακροπρόθεσμα να πέσουν στην ίδια οικονομική ύφεση των χωρών που χτυπήθηκαν πρώτες.

 

Πολλές έρευνες έχουν ήδη δείξει ότι η απόφαση για τη δημιουργία της ευρωζώνης βασίστηκε περισσότερο σε πολιτικά, παρά σε οικονομικά κριτήρια. Ηταν οι ηγέτες των δεκαετιών του 1950, αλλά και του 1980 και του 1990 που αποφάσισαν να προχωρήσουν μπροστά και να ενώσουν τις μοίρες μας ακόμη περισσότερο. Αν και σήμερα η ολοκλήρωση της ΕΕ δεν έχει επιτευχθεί πλήρως, η κρίση του κορωνοϊού μπορεί να αποδειχθεί η κατάλληλη ευκαιρία για την αποφασιστική κινητοποίηση των μηχανισμών της ευρωζώνης, έτσι ώστε να εξασφαλίσουμε την πραγματική ευρωπαϊκή αλληλεγγύη, δικαιοσύνη και τον μακροοικονομικό ορθολογισμό απέναντι στις νέες παγκόσμιες προκλήσεις.

Η Iratxe Garcia Perez είναι προέδρος των Σοσιαλιστών και Δημοκρατών, ευρωβουλευτής της Ισπανίας.

Η Εύα Καϊλή είναι προέδρος της Επιτροπής Επιστήμης και Τεχνολογίας, ευρωβουλευτής της  Ελλάδας