ΚΟΙΝΩΝΙΑΠΟΛΙΤΙΚΗΥΓΕΙΑ

“Πανδημία : Η επιτάχυνση κατασκευής ενός νέου ανθρώπου; “

Mαρίνος Σκανδάμης*

Πανδημία : Η επιτάχυνση κατασκευής ενός νέου ανθρώπου; 

H Google και η Apple ανακοίνωσαν ότι το Μάιο θα έχουν έτοιμη την εφαρμογή για τα smartphones που θα ανιχνεύει τις επαφές όσων είναι θετικοί στον κορωνοϊό. Το ίδιο προετοιμάζει και η Vodafone σε συνεργασία με γερμανικά ινστιτούτα για την δημόσια υγεία και την πληροφορική.

Ταυτόχρονα στην Κύπρο, αποκαλύπτεται ότι το Υπουργείο Υγείας ετοιμάζει την τοποθέτηση ηλεκτρονικού βραχιολιού επιτήρησης για τους ασθενείς της τρομακτικής πανδημίας που βιώνουμε. Ενώ πολλές χώρες, όπως η Κίνα, η Ρωσία, η Νότια Κορέα, η Ταιβάν και το Ισραήλ ήδη εφαρμόζουν τεχνολογίες γεωεντοπισμού και εκτεταμένης παρακολούθησης ασθενών με Covid-19, αλλά και όσων ήλθαν σε επαφή μαζί τους.

Σε αυτά πρέπει να προστεθεί πως κάθε συλλογική δράση που προϋποθέτει φυσική παρουσία έχει απαγορευτεί, γεγονός που απειλεί αντιπροσωπευτικούς θεσμούς και πρωτοβουλίες ενεργών πολιτών. 

Είναι βέβαια προφανές πως στις επιλογές των περισσοτέρων κυβερνήσεων η προστασία των αγαθών της ζωής και της υγείας υπερτερεί των ατομικών ελευθεριών. 

Kαι είναι εύλογο, σε μια τέτοια πρωτόγνωρη υγειονομική κρίση, οι πολίτες να αποδέχονται προσωρινά τον περιορισμό των ελευθεριών τους, για να διασωθεί η ανθρώπινη ζωή, που είναι και το πρωταρχικό ζητούμενο.  

Παρ’ όλα αυτά, η πολιτική εκτίμηση που αναπαράγεται είναι ότι πολλά από τα έκτακτα μέτρα της περιόδου θα παραμείνουν και μετά από αυτήν, όπως για παράδειγμα έγινε στο παρελθόν μετά την 11η Σεπτεμβρίου 2001. 

Αυτό επιβεβαιώνεται από την εμπειρία της σταδιακής έκπτωσης στην προστασία των δικαιωμάτων που έχει παραχθεί όλα αυτά τα χρόνια, με όχημα την επικυριαρχία της ασφάλειας επί των υπολοίπων δικαιωμάτων. Και την υποχώρηση της ιδιωτικότητας, που επιπλέον υποστηρίζει και εκμεταλλεύεται η αγορά. Έτσι, όλα αυτά δομούν ένα νέο πλαίσιο και ένα νέο πρότυπο συμπεριφοράς του ανθρώπου. 

Ειδικότερα:

Η κυριαρχία της ασφάλειας

Από το 2001 η ανάγκη για την ασφάλεια των πολιτών θεωρήθηκε μάλλον το πιο θεμελιώδες αγαθό. Αυτό έγινε ενάντια στις συνταγματικές επιταγές των φιλελεύθερων κρατών για την τήρηση της αναγκαίας ισορροπίας ανάμεσα στην ελευθερία και την ασφάλεια, ώστε να αποφεύγονται οι εφιαλτικές διολισθήσεις στον αυταρχισμό.

Έτσι τα τελευταία είκοσι έτη, η ανάγκη για ασφάλεια επικουρούμενη από την ψηφιοποίηση, που απαιτεί ορατότητα των πάντων και πρόσβαση στις ζωές όλων, έχει εισβάλει, καταλάβει και διαμορφώσει την ατζέντα σε κάθε συλλογικό και θεσμικό σώμα. Από τις κυβερνήσεις και τα κόμματα, ως τους διεθνείς οργανισμούς και τις επιχειρήσεις . 

Ταυτόχρονα καταλαμβάνει όλα τα πρόσωπα που σχετίζονται μαζί τους. Αρχηγούς κρατών, πολιτικούς, πολίτες, υπαλλήλους, καταναλωτές και χρήστες υπηρεσιών, άσπιλους και υπόπτους, την κοινωνία των πολιτών. 

Στο πλαίσιο αυτό, το ιδιωτικό και το δημόσιο συγχωνεύονται σε έναν αδιάσπαστο διαφανή χώρο, όπου οι πολίτες «για την ασφάλειά τους» ενθαρρύνονται, προτρέπονται ή αναγκάζονται να παραχωρούν σε κοινή θέα τη ζωή τους. Και στο τέλος εθίζονται σε αυτό. Ενώ γιγάντιες ιδιωτικές εταιρίες υποστηρίζουν και διευρύνουν αυτή την πραγματικότητα.

Η αλλοίωση της ιδιωτικότητας

Συγκεκριμένα, οι νέες τεχνολογίες, τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, η ψηφιοποίηση και επεξεργασία προσωπικών δεδομένων που κράτη και εταιρίες χρησιμοποιούν, αυξάνουν τον εθισμό στη μετάλλαξη της ιδιωτικότητας μας. 

Τα άτομα δηλαδή, όλο και περισσότερο παρέχουν προσωπικές τους πληροφορίες σε τρίτους. Η επιβράβευσή τους γι’ αυτό είναι η πρόσβαση σε εφαρμογές ή πληροφοριακές βάσεις δεδομένων, η συμμετοχή σε online δραστηριότητες, η κοινωνική αναγνώριση από άλλους χρήστες, αλλά και η αποφυγή αποκλεισμού από βασικές δυνατότητες.

Ουσιαστικά όμως, αυτή η συναλλαγή τροποποιεί διαρκώς την ανθρώπινη συμπεριφορά, ενάντια σε όσα αντιθέτως ίσχυαν μέχρι  πρόσφατα. Μια από τις βασικές μεταλλάξεις μάλιστα είναι η αύξηση της αδιαφορίας για την έκθεση της ζωής μας. 

Πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι η παρουσία του ανθρώπου στον δημόσιο και ιδιωτικό χώρο συγκαθοριζόταν για χιλιετίες από το αίσθημα της ντροπής, που λάμβανε δύο μορφές. Την διακριτικότητα, δηλαδή το να μην παρεμβαίνουμε στη ζωή των άλλων και να μην παρεμβαίνουν αυτοί στη δική μας. Και το όνειδος, την επίγνωση της ντροπής λόγω των πράξεων ή των σκέψεών μας.

Αυτή η διπλή εννοιολόγηση της ντροπής συρρικνώνεται πλέον, μέσα από το δίπολο ασφάλεια-ψηφιοποίηση, όλο και περισσότερο στο σύγχρονο άνθρωπο. Δισεκατομμύρια πολίτες παρέχουν πληροφορίες για τον εαυτό τους σε κράτη, εταιρίες και άγνωστους τρίτους σε όλο τον κόσμο, δηλαδή σε βάσεις δεδομένων, μηχανές αναζήτησης και διαδικτυακούς φίλους, με έναν ασταμάτητο ρυθμό. Πληροφορίες κάθε είδους, που στο παρελθόν η παροχή τους αποτρεπόταν από τη διακριτικότητα ή το όνειδος. Ιατρικά δεδομένα, οικονομικές δυνατότητες, προσωπικές σκέψεις, σεξουαλικές προτιμήσεις, ιδιωτικές στιγμές, εκκεντρικές επιλογές, καθημερινοί φόβοι, ψηφιοποιούνται και γίνονται δεδομένα που πωλούνται, αγοράζονται, αρχειοθετούνται και πρωτίστως, προβλέπουν, ελέγχουν και καθοδηγούν την ατομική συμπεριφορά. 

Ένας νέος άνθρωπος;

Έτσι, μέσα από το φαινόμενο που έχει περιγραφεί ως καπιταλισμός της επιτήρησης, ζούμε παράλληλα -κατά τη γνώμη μου- την κατασκευή ενός νέου είδους ατόμου. 

Ενός διάφανου ανθρώπου, που με λατινικούς όρους θα τον όριζα ως homo translucidus. Ενός ανθρώπου, που χωρίς να βιώνει έντονα πια τα αισθήματα της παλιάς ντροπής, χάνει πια με τη θέλησή του την ιδιωτικότητά του και παραδίδει τον εαυτό του σε κοινή θέα. Ενώ όλο και περισσότερο αποδέχεται ως αυτονόητες τις πολιτικές περιστολής των ελευθεριών του. Η κατάσταση αυτή διαστρέφει πλήρως την έννοια των δικαιωμάτων και αλλοιώνει την δημοκρατική λειτουργία. 

Αφού από αυτό που στα τέλη του 19ου αιώνα είχε οριστεί ως “the right to be let alone”, δηλαδή το δικαίωμα στην ιδιωτικότητα, φαίνεται πως εισερχόμαστε στην περίοδο που σύντομα κάποιος πρώτος θα διεκδικήσει “the right to be surveilled”, δηλαδή, το δικαίωμα να παρακολουθούμαστε.

To διακύβευμα

Φοβάμαι πολύ λοιπόν, ότι τα νέα κεφάλαια μαζικής επιτήρησης, που ανοίγουν με αφορμή την πανδημία για λόγους ασφάλειας και προστασίας της υγείας, δεν θα είναι εύκολο να κλείσουν μετά το τέλος της. 

Αντίθετα, η πανδημία φαίνεται ότι επιταχύνει εξουσιαστικές αυταρχικές τάσεις επέμβασης στον ανθρώπινη ζωή και ιδιωτικότητα, τάσεις δηλαδή που αναζητούν εδώ και καιρό όλο και περισσότερο χώρο δράσης. 

Μάλιστα, ακόμα και η μέχρι τώρα μη εμποδιζόμενη -στον δυτικό κόσμο- συλλογική οργάνωση των πολιτών, υπονομεύεται από το πρόταγμα της κοινωνικής αποστασιοποίησης που επιβάλλει η αντιμετώπιση της ασθένειας.

Κατά συνέπεια, υπάρχει μια βαθιά πολιτική και κοινωνική ευθύνη. Ο σεβασμός στον πυρήνα της ανθρώπινης ύπαρξης, δηλαδή στη μοναδικότητα και την ηθική της αυτονομία, απαιτεί την αταλάντευτη προστασία των ατομικών και συλλογικών ελευθεριών. 

Η ανάληψη για αυτό περισσότερων κοινωνικών και πολιτικών δράσεων σε διεθνές και εθνικό επίπεδο αποτελεί το κυρίαρχο δημοκρατικό ζητούμενο, που πρέπει να διατυπωθεί πριν λήξει η πανδημία.

Τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα δίπλα στην διεκδίκηση της κατάργησης των ανισοτήτων πρέπει εξίσου να τοποθετήσουν και το αίτημα για την αποκατάσταση της ανθρώπινης ελευθερίας. 

 

Ο Μαρίνος Σκανδάμης είναι Διδάκτωρ Νομικής – Δικηγόρος, Τομεάρχης Προστασίας του Πολίτη στο Κίνημα Αλλαγής