ΣΤΟ ΜΙΚΡΟΣΚΟΠΙΟ

Η αγιοποίηση της κυβέρνησης – ένα θέμα ταμπού;

Γράφει ο Λευτέρης Κούμας

Ένα θέμα στο οποίο δεν πέφτει φως είναι «η συστηματική αγιοποίηση της κυβέρνησης». Έχουμε την πολυτέλεια ν’ ασχοληθούμε με αυτό το θέμα; Δεν προέχουν η οικονομία, το προσφυγικό, τα ελληνοτουρκικά και τα μεγάλα ερωτηματικά για το αύριο της διεθνούς κοινότητας; Και εν πάση περιπτώσει καλά δεν τα πάει η κυβέρνηση; Δεν προσφέρει ασφάλεια; 

 

Κι όμως παρά τους ενδοιασμούς που μπορεί να έχει κανείς δεν είναι αδιάφορο θέμα, γιατί στον βαθμό που μιλάμε για δημοκρατία, και πρέπει να μιλάμε γι’ αυτήν, είναι σοβαρό πρόβλημα να διαχέεται στην κοινή γνώμη ακατάπαυστα και συντονισμένα το ψευδές –τελικά– μήνυμα ότι η αξιοπιστία της κυβέρνησης είναι απόλυτη.

 

Με άλλα λόγια, και αν θέλουμε να είμαστε ειλικρινείς, η ΝΔ στην προσπάθειά της να εγκαθιδρύσει την πολιτική της ηγεμονία, που θα της επιτρέψει να παραμείνει στην εξουσία για καιρό και να κατευθύνει τη χώρα το δυνατόν περισσότερο βάσει των αντιλήψεων, προγραμμάτων και συμφερόντων που την εκφράζουν και εκφράζει, έχει ξεπεράσει μια «λεπτή γραμμή» πέρα από την οποία υποθηκεύεται η ποιότητα της υφιστάμενης δημοκρατίας μας, που τουλάχιστον δεν είναι τύπου «ερντογανικής» ή άλλης άκρως ψευδεπίγραφης δημοκρατίας. 

 

Ποια είναι η «λεπτή γραμμή»; Η καταφυγή της ΝΔ σε υπερθετικό βαθμό στη δύναμη της «επικοινωνίας». Συγκεκριμένα σε μια πλατιά προπαγάνδα που έχει αιχμή του δόρατος τον Μητσοτάκη, υποστηρίζεται από πολλούς, εκδηλώνεται επιδέξια (καθόλου άγαρμπα) με την όψη του «αλάνθαστου ορθού λόγου», και εξιδανικεύει οτιδήποτε κι αν κάνουν η κυβέρνηση και ο πρωθυπουργός – από μια δήλωση και απόφαση του πρωθυπουργού, μέχρι και κάθε αποτέλεσμα της κυβέρνησης, ακόμη κι αν στην πραγματικότητα αφορούν αυτονόητα πράγματα.

 

Η συγκεκριμένη κριτική είναι καλοπροαίρετη και όποιος τη συμμερίζεται μπορεί να πει πως σύντομα η κοινωνία θ’ αντιληφθεί, εκ των πραγμάτων, ότι η ΝΔ έχει υστερήσεις, ιδεοληψίες, ιδιοτέλεια, πως δεν είναι τόσο σπουδαία όσο θέλει να πιστεύουμε ότι είναι. Εντούτοις δεν είναι και τόσο εύκολο να συμβεί. Καταρχάς γιατί η δύναμη της «επικοινωνίας» είναι τέτοια που, κατά κανόνα, οι πολίτες δεν καταλαβαίνουμε καν ότι επηρεάζει τη διαμόρφωση της εικόνας που έχουμε για τα πράγματα, και η ΝΔ εδώ και καιρό χειρίζεται άψογα-μεθοδικά αυτήν τη δύναμη. 

 

Σε κάθε περίπτωση έχει σημασία να έχουμε επίγνωση των παραγόντων που επιβοηθούν την «αγιοποίηση» της κυβέρνησης.

 

  • «Ο φόβος της επανόδου ενός χαοτικού ΣΥΡΙΖΑ». Αυτήν τη στιγμή ο φόβος αυτός αποτελεί «ύψιστο πολιτικό κριτήριο» για την πλειοψηφία των πολιτών. Δικαιολογείται μεν στον βαθμό που ο ΣΥΡΙΖΑ δεν ξεπερνά το έλλειμμά του μετριοπάθειας και κυβερνησιμότητας, όμως συμβάλλει στο να παραβλέπονται οι αδυναμίες της κυβέρνησης καθώς και στην εξιδανίκευσή της. 

 

  • Τα gallop τα οποία δεν είναι απλώς μια απεικόνιση της στιγμής, αποτελούν και εργαλεία εκλογικής χειραγώγησης. Κάθε τρεις και λίγο έρχονται στη δημοσιότητα διάφορα gallop που, σε τελική ανάλυση, μας «υπενθυμίζουν» την υπεροχή της κυβέρνησης και του πρωθυπουργού – ηγέτη. Αξίζει να σημειωθεί πως τα ερωτήματά τους δεν προβληματίζουν τον ερωτώμενο και διατυπώνονται με τέτοιο τρόπο έτσι ώστε να μπορούν να παραχθούν «επιθυμητά αποτελέσματα» για τον παραγγελιοδόχο τους. Και το σημαντικότερο: ο ερωτώμενος καλείται ν’ απαντήσει, ενώ έχει ήδη βομβαρδιστεί με τα «μηνύματα» της κρατούσας προπαγάνδας στη δημόσια σφαίρα.

 

  • «Οι επαγγελματίες προπαγανδιστές» που δεν είναι μόνο δημοσιογράφοι και δημοσιολογούντες, αλλά και πολιτικοί. Π.χ. ο υπουργός Ανάπτυξης κ. Γεωργιάδης, ο οποίος κατέχει την τέχνη της πειθούς, εμφανίζεται ως «κάτοχος της αλήθειας» επί παντός επιστητού. Στην πραγματικότητα όμως εκφράζει την κυβερνητική αλήθεια καθώς και τη δική του, ή και της κυβέρνησης, δεξιόστροφη αλήθεια, οι οποίες σε κάθε περίπτωση δεν αποτελούν θέσφατο.

 

  • «Ο συστηματικός υποσκελισμός του Κινήματος Αλλαγής». Από τις εκλογές έως σήμερα το Κίνημα Αλλαγής έχει κάνει άπειρες, άμεσες και επί της ουσίας των προβλημάτων παρεμβάσεις. Μάλιστα κατά τη διάρκεια της πανδημίας έχει κάνει περισσότερες από 150 παρεμβάσεις. Δηλαδή λειτουργεί ως οιονεί αξιωματική αντιπολίτευση αποδεικνύοντας κυβερνησιμότητα, και επιπλέον χωρίς να διχάζει. Όμως, η πραγματικότητα αυτή που είναι χρήσιμη για την πολιτική ζωή δεν προβάλλεται από τον δημοσιογραφικό κόσμο. Είναι σχεδόν βέβαιο πως αν τυχόν ακουστούν στα μέσα ενημέρωσης μερικά «μπράβο» για την παρουσία του Κινήματος Αλλαγής, αμέσως θ’ αρχίσουν ν’ αυξάνονται οι θετικές εντυπώσεις υπέρ του – είναι ο «νόμος» της ισχύος των μέσων ενημέρωσης. Αλλά είναι σαφές πως αυτή δεν είναι μια «επιθυμητή εξέλιξη», γιατί θα θέσει υπό αμφισβήτηση την εξιδανίκευση της ΝΔ και τον υφιστάμενο δικομματισμό και πρακτικά θα δυσκολέψει τη ΝΔ να κερδίσει την αυτοδυναμία στις επόμενες εκλογές.

 

*Ο Λευτέρης Κούμας είναι δικηγόρος Αθηνών και στέλεχος του Κινήματος Αλλαγής Αν. Γραμματέας του τομέα Μεταναστευτικής Πολιτικής.