ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Κώστας Σκανδαλίδης στη Βουλή: “Είσαστε σχεδόν έναν χρόνο στην Κυβέρνηση και δυστυχώς επί της ουσίας συνεχίζετε την ίδια πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ.”

Εισήγηση Κώστα Σκανδαλίδη στην επίκαιρη επερώτηση που κατέθεσε η Πρόεδρος κυρία Φώφη Γεννηματά και είκοσι ένα Βουλευτές της κοινοβουλευτικής ομάδας του Κινήματος Αλλαγής προς τον Υπουργό Οικονομικών (18/05/20)

Νομίζω ότι η επερώτηση και η συζήτηση που προκαλεί είναι αρκετά επίκαιρη. Θα έλεγα δε ότι το πολιτικό της βάρος είναι πολύ σημαντικό.

Παρότι θεωρώ την παρουσία σας -την οποία εκτιμώ- σεβαστή και ουσιαστική, κύριε Υπουργέ, νομίζω ότι η παρουσία του Υπουργού των Οικονομικών -αντί να πηγαίνει στις τηλεοράσεις, αλλά να έρθει στη Βουλή να συζητήσει ένα τόσο μεγάλο θέμα- θα έδινε και το πολιτικό κύρος που απαιτείται, το πολιτικό κύρος που θα έπρεπε να δίνει η Κυβέρνηση σ’ αυτήν τη διαδικασία, σε μια επερώτηση που την υπογράφει η Πρόεδρος του Κινήματος Αλλαγής και όλοι οι Βουλευτές του Κινήματος Αλλαγής.

Παρά την καθυστέρηση τόσων μηνών, οι συνθήκες επαναφοράς του θέματος στο προσκήνιο είναι εξαιρετικά ευνοϊκές. Εν μέσω πανδημίας ευνοείται η επαναδιαπραγμάτευση όρων και προϋποθέσεων, ευνοείται όπως έγινε με τα υπερπλεονάσματα, που δυστυχώς δεν τα διεκδικήσατε, αλλά ήταν αποτέλεσμα της πανδημίας. Ευνοείται με τη δυνατότητα που έχουμε αναπροσανατολισμού των διαθέσιμων πόρων, που επίσης δεν διεκδικήσατε, αλλά ήρθε ως αποτέλεσμα της πανδημίας.

Όπως και η εντύπωση ότι ως λαός και ως χώρα αντιμετωπίσαμε αποτελεσματικά την πανδημία, όπου πράγματι πετύχατε και πετύχαμε όλοι μαζί, η απαίτηση να αλλάξει τώρα η απαράδεκτη και εθελόδουλη σύμβαση για τη δημιουργία του Υπερταμείου, μπορεί να βρει πρόσφορο έδαφος.

Προφανώς, κύριε Yπουργέ, απαιτείται νέα διαπραγμάτευση, αυτήν τη φορά με πρωτοβουλία της χώρας.

Κύριοι συνάδελφοι, δεν χρειάζεται να αναλύσω το πόσο καταστροφική είναι η απόφαση να εκχωρηθούν για ενενήντα εννιά χρόνια τα «ασημικά» του ελληνικού κράτους στον έλεγχο των ξένων. Έχει χυθεί πολύ μελάνι γι’ αυτό. Το ιστορικό είναι γνωστό. Από την αρχή των μνημονίων η τρόικα, εκφράζοντας τιμωρητική διάθεση για τη χώρα μας, επεδίωκε να κατοχυρώσει την παράδοση της δημόσιας περιουσίας στον έλεγχό της.

Θέλω να θυμίσω ότι το αίτημα για υποθήκευση της δημόσιας περιουσίας για την κάλυψη του δημόσιου χρέους, προτού μπει η απαράδεκτη υπογραφή της χώρας τον Ιούλιο του ’15, είχε ξανατεθεί επιτακτικά τον Φεβρουάριο του ΄11 και απορρίφθηκε μετά βδελυγμίας από την τότε κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ.

Θέλω να σταθώ στο γεγονός ότι με τη δική μας αντιπολιτευτική στάση ταυτίστηκε η παράταξη της Νέας Δημοκρατίας, που υπερακόντισε φραστικά και εγγυήθηκε προεκλογικά την αλλαγή του ν. 4389/2016. Πρέπει να ομολογήσω ότι και στη συνέχεια σε όλες τις επιμέρους εξειδικευμένες αποφάσεις που ήρθαν για να ολοκληρώσουν αυτήν την παράδοση στους ξένους, την ίδια στάση κρατήσατε με εμάς και στη συνέχεια και μέχρι να ολοκληρωθεί αυτό το εθνικό έγκλημα, ένα έγκλημα που αποτελεί ιστορικό στίγμα για την επαιρόμενη «Πρώτη φορά Αριστερά» και την κυβέρνηση των ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ.

Όμως, κύριε Υπουργέ, αναρωτιέμαι: Είσαστε σχεδόν έναν χρόνο στην Κυβέρνηση και δυστυχώς επί της ουσίας συνεχίζετε την ίδια πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ. Τηρείτε σιγήν ιχθύος για τις προεκλογικές σας εξαγγελίες, τις οποίες έχετε γράψει στην άμμο.

Τι κάνατε για τις ποινικές ευθύνες που αφορούν τη σύμβαση του «Ελευθέριος Βενιζέλος», σύμφωνα με τις τότε δηλώσεις Βορίδη-Δένδια; Τι κάνατε για να καταργήσετε την απόφαση Τσακαλώτου και να επανέλθουν δέκα χιλιάδες ακίνητα στη διαχείριση του δημοσίου; Τι κάνατε για να δημοσιοποιήσετε ονομαστικά ό,τι ακίνητο έχει περιέλθει στο Υπερταμείο; Τι κάνατε για να αλλάξετε τον τρόπο επιλογής του Εποπτικού Συμβουλίου, του παντεπόπτη των «ασημικών»; Θα μπορούσατε, αν δεν θέλατε να θέσετε ευθέως το θέμα στους θεσμούς, να το θέσετε εκ πλαγίου, αξιοποιώντας τη δική μας νομοθετική πρωτοβουλία. Δεν το πράξατε. Αντιθέτως, εξακολουθείτε να χρησιμοποιείτε το Υπερταμείο για εκποίηση προσοδοφόρων ΔΕΚΟ, όπως για παράδειγμα ο ΔΕΣΦΑ, τα ΕΛΠΕ, ο Διεθνής Αερολιμένας Αθηνών, χωρίς να ενημερώσετε για τις διαδικασίες τη Βουλή, χωρίς να λαμβάνετε υπόψη τη δυνατότητα αξιοποίησης των φυσικών πόρων της χώρας και τις κερδοφόρες προοπτικές τους ενόψει της μεγάλης ύφεσης και της νέας οικονομικής κρίσης. Αντίθετα, ξέρετε να αυξάνετε τους μισθούς των διορισμένων στελεχών. Κοινώς το ξεπούλημα συνεχίζεται και με τη δική σας νέα κατά τα άλλα διακυβέρνηση.

Κύριοι συνάδελφοι, σήμερα πιστεύω ότι αποκτά επικαιρότητα η δική μας πρόταση νόμου που καταθέσαμε από τις 13 Νοεμβρίου του 2018, η οποία προέβλεπε την ανάκτηση από την ελληνική δημοκρατία του ελέγχου της δημόσιας περιουσίας ως την απαρέγκλιτη προϋπόθεση για την αξιοποίησή της προς όφελος της ανάπτυξης των επενδύσεων και της κοινωνικής συνοχής.

Το περιεχόμενο της πρότασής μας σάς είναι γνωστό και είναι σαφές. Το Εποπτικό Συμβούλιο ορίζεται από τον Υπουργό Οικονομικών μετά από απόφαση της Διάσκεψης των Προέδρων της Βουλής που εκδίδεται με πλειοψηφία τριών τετάρτων, όπως γίνεται με τις ανεξάρτητες αρχές  και οι αποφάσεις μεταβίβασης στο Υπερταμείο, με βάση τις οποίες εκχωρήθηκαν τα 10.119 ακίνητα, ανακαλούνται.

Παράλληλα, έχουμε προτείνει τη δεσμευτική κατ’ αναλογία αξιοποίηση των πόρων που εισπράττει το Ταμείο για την κάλυψη του χρέους, το επενδυτικό αναπτυξιακό πρόγραμμα και το Ταμείο Αλληλεγγύης των γενεών, το οποίο μάλιστα θεσμοθετήθηκε.

Νομίζω, κύριε Υπουργέ, ότι ιδιαίτερα σε αυτήν τη φάση μια τέτοια σαφής δέσμευση και χρήση των πόρων θα αποτελούσε κινητήριο μοχλό για την ποθούμενη ανάπτυξη που όλοι ορκιζόμαστε σε αυτήν όσο και για την ανασυγκρότηση του κοινωνικού κράτους. Θα μπορούσαμε με τους πόρους του Ταμείου σε εθνικά χέρια να στηρίξουμε τις ελληνικές επιχειρήσεις στρατηγικής σημασίας που σήμερα και τις επόμενες εβδομάδες και μήνες απειλούνται άμεσα με εξαγορά και αφελληνισμό.

Είναι φανερό από όσα προανέφερα ότι απαιτείται άλλη αντίληψη και στρατηγική για την αξιοποίηση της περιουσίας του δημοσίου, μια στρατηγική που σήμερα μπορεί να οδηγήσει σε μια πραγματική επανεκκίνηση της οικονομίας και της αναπτυξιακής διαδικασίας.

Για το πώς εννοούμε εμείς αυτήν τη στρατηγική θα σας φέρω ένα πολύ συγκεκριμένο παράδειγμα για τα 24.000 γεωργικά ακίνητα που διαθέτει στην κατοχή του το ελληνικό δημόσιο. Από το 2011 έχουν καταγραφεί περίπου τρία εκατομμύρια στρέμματα και έχει αποφασιστεί με πόρους από τα σχέδια βελτίωσης θεσμοθετημένη δωρεάν παραχώρηση σε νέους αγρότες επιχειρηματίες για σύγχρονες επενδύσεις στον αγροτοδιατροφικό τομέα, με την υποσημείωση ότι το δημόσιο δεν χάνει την ιδιοκτησία με ένα συμβολικό αντίτιμο. Η υλοποίηση του προγράμματος έπρεπε να κινητοποιήσει περιφερειακές υπηρεσίες σε ένα δυσκίνητο κράτος και προϋπέθετε μια εργώδη πολιτική βούληση από την Κυβέρνηση.

Δέκα χρόνια μετά δεν έγινε τίποτε. Θριάμβευσε η έλλειψη πολιτικής βούλησης των Υπουργών, θριάμβευσε η ασυνέχεια του κράτους που είναι εμπόδιο σε κάθε αναπτυξιακή προσπάθεια. Και όμως σήμερα θα μπορούσε αυτό το πρόγραμμα, όπως και τα άλλα δύο εξίσου αποδοτικά που αφορούν αξιοποίηση αστικών και τουριστικών ακινήτων, να αποτελέσει ένα δυναμικό ξεκίνημα. Κατά τα άλλα σε όλους μας αρέσει να περιγράφουμε μεγαλόπνοους στόχους και να μιλάμε οριζόντια για την ανάπτυξη. Η συγκεκριμένη παρεμβατική πολιτική που θα μπορούσε να οδηγήσει στην αξιοποίηση των συγκεκριμένων πόρων, να δώσει τη δυνατότητα στους κρίσιμους τομείς της εθνικής οικονομίας και σε όλους όσοι θα αποτελέσουν το επόμενο παραγωγικό μας μοντέλο να αναπτυχθούν, θα ήταν η μόνη έγνοια μιας Κυβέρνησης που πραγματικά νοιάζεται για την ανάπτυξη της χώρας.

Σε κατακλείδα θα ήθελα να κάνω μια γενικότερη επισήμανση και να απαντήσω στο ερώτημα: Σε τι διαφέρει μια προοδευτική από μια συντηρητική στρατηγική;

Υπάρχει, κύριε Υπουργέ, θεμελιώδης διαφορά ανάμεσά μας. Εσείς περιμένετε τα γεγονότα που τα προκαλούν είτε οι αντικειμενικές εξελίξεις είτε οι πρωτοβουλίες των άλλων. Παραδείγματος χάρη, η στάση σας στα μέτρα που παίρνει αυτόν τον καιρό η Ευρωπαϊκή Ένωση λόγω πανδημίας μοιάζει λίγο κοροϊδευτική: «Είδατε τι καλοί που είμαστε, δώστε και σώστε». Δεν έχετε επιθετική στρατηγική επαναδιαπραγμάτευσης και επίτευξης στόχων. Δείτε, για παράδειγμα, ότι την άρση των υπερπλεονασμάτων την έφερε η πανδημία, όχι η πρωτοβουλία σας.

Εμείς ζητάμε και σπρώχνουμε στην αντίθετη κατεύθυνση, δηλαδή να διεκδικήσουμε ως χώρα δυναμικά τα νέα χρηματοδοτικά εργαλεία, να επαναδιαπραγματευτούμε με δική μας πρωτοβουλία την αναθεώρηση των δυσμενών όρων που όλοι πια συνομολογούν στα συμφωνηθέντα. Ενώ για εσάς η μόνη φιλοσοφία ήταν να βγούμε στις αγορές, για εμάς είναι να σχεδιάσουμε δυναμικά την επόμενη μέρα για τη χώρα και τη ζωή της στην καταιγίδα των προβλημάτων που έχουμε περιέλθει.

Δυστυχώς η ευτυχώς δεν είμαστε όλοι ίδιοι.

ΔΕΥΤΕΡΟΛΟΓΙΑ

Κύριε Υπουργέ, σας βρήκα πολύ μετριοπαθή και πολύ χαμηλών τόνων σε σχέση με τους υψηλούς τόνους που χρησιμοποιήσαμε εμείς, γιατί ακριβώς επιχειρήσατε να πείτε ότι θέλετε να κάνετε όλα αυτά που εμείς σάς εγκαλούμε να κάνετε, αλλά δεν είχατε και πολύ χρόνο και αντίθετα είπατε τι παραλάβατε ως Κυβέρνηση.

Ωραία, λοιπόν. Πάρτε τώρα την πρωτοβουλία να πάει ο Πρωθυπουργός αύριο στην Ευρώπη να θέσει στους εταίρους μας το θέμα της αλλαγής της διάρθρωσης της δομής του Ταμείου και θα σας στηρίξουμε με όλες μας τις δυνάμεις, με τη σωστή άποψη να σταματήσει το ξεπούλημα της δημόσιας περιουσίας, αυτό που πραγματικά ήταν ένα εθνικό έγκλημα κατά τη γνώμη μας. Μιας που συμφωνείτε σε αυτό και μιας που είδατε τι αδυναμίες έχει όλο αυτό και τι έργα έχουν μπει μέσα εκεί και τι ακίνητα που δεν υπάρχουν και τι διαδικασίες που δεν έχουν καμία σχέση, που δεν νομιμοποιούνται να ήταν μέσα, δηλαδή αυτήν την προχειροδουλειά που παρέδωσε τα πάντα στον έλεγχο των ξένων, αφού έχετε την καλή διάθεση να τα κάνετε αυτά και επειδή δεν απαντήσατε σε καμία από τις ερωτήσεις που θέσαμε, πάρτε την πρωτοβουλία κι εμείς είμαστε μαζί σας. Θα σας βοηθήσουμε να πετύχουμε την αναδιάρθρωση του Ταμείου.

Μας έκανε την τιμή ο κ. Τσακαλώτος, ο οποίος πάντα τοποθετείται σοβαρά σε τέτοια ζητήματα, να βάλει μερικές διαστάσεις στις οποίες εγώ δεν έχω καμία διάθεση να απαντήσω, αλλά θα θέσω δύο-τρία θέματα τα οποία θεωρώ σημαντικά, ίσως γιατί ο κ. Τσακαλώτος δεν ήταν από την αρχή στην πολιτική ζωή αυτής της χώρας για να δει τις διαφορές που υπήρχαν ανάμεσα σε διαφορετικές περιόδους, αλλά και στις πολιτικές των κομμάτων.

Το πρώτο που θέλω να πω είναι ότι ανάμεσα στο ΤΑΙΠΕΔ και στο Υπερταμείο υπάρχει μια ουσιώδης διαφορά. Το ΤΑΙΠΕΔ, κύριε Τσακαλώτε, δεν έγινε για να παραδώσει την ακίνητη περιουσία. Έπρεπε να γίνουν με επιμονή των ξένων κάποιες ιδιωτικοποιήσεις, έγινε πραγματικά Ταμείο ιδιωτικοποιήσεων και σ’ αυτό μπήκαν ορισμένοι φορείς του δημοσίου που προσπαθούσε τότε με σκληρή διαπραγμάτευση η κυβέρνηση να κρατήσει –μιλάω για την κυβέρνηση όταν ήταν μόνο του το ΠΑΣΟΚ- το 33% σε άλλες και το 51% σε άλλες και εν συνεχεία αυτό το ΤΑΙΠΕΔ για τις συγκεκριμένες επιχειρήσεις ήλθατε εσείς και παραδώσατε το σύμπαν της δημόσιας περιουσίας. Είναι άλλο το Υπερταμείο και άλλο το ΤΑΙΠΕΔ.

Εδώ θέλω να πω κάτι, κύριε Υπουργέ, γιατί έχει μεγάλη σημασία. Είπατε ότι το 2018 εισέπραξε 1,1 εκατομμύρια ευρώ το Ταμείο. Από τότε θυμάμαι ότι οι μεγάλοι στόχοι που έμπαιναν ήταν 50 δισεκατομμύρια σε μια πενταετία -θυμάμαι τα νούμερα ακριβώς-, 50 δισεκατομμύρια που θα εισπράξουμε από πωλήσεις και τα λοιπά. Βλέπετε την ανικανότητα των ξένων να ασχοληθούν πραγματικά με τα θέματα αυτά. Οι ξένοι στις τράπεζες που μπήκαν δεν έχουν κάνει καλά τη δουλειά τους και συνεχίζεται η κρίση του τραπεζικού συστήματος λες και δεν έχει αλλάξει απολύτως τίποτα, γιατί οι δήθεν ανίκανοι Έλληνες δεν μπορούσαν να διοικήσουν τις τράπεζες.

Και βλέπετε ποια είναι ακριβώς η διαφορά και ποια ήταν η σκοπιμότητα σε τελευταία ανάλυση που έγιναν αυτές οι αλλαγές. 

Άρα, λοιπόν, άλλο το ΤΑΙΠΕΔ και άλλο το Υπερταμείο. Το Υπερταμείο είναι πλήρης παράδοση και έλεγχος όλων των πραγμάτων και έτσι όπως είναι διαρθρωμένο μπορεί με μια απόφαση οποιουδήποτε ξένου να μην υπάρξει καμία έγκριση κανενός σχεδίου που έχει σχέση με την υλοποίηση του, ανεξάρτητα αν ο κ. Τσακαλώτος λέει ότι κάνει το εθνικό σχέδιο το Υπουργείο και εγκρίνει, στην πράξη τι γίνεται.  Αυτό είναι το πρώτο.

Δεύτερον, θέλω να αναφερθώ στον κ. Τσακαλώτο για τις περίφημες ΔΕΚΟ. Δεν κατάλαβα, κύριε Τσακαλώτο, τη δεκαετία του ’90 έγιναν οι μόνες αλλαγές στην Ελλάδα για αξιοκρατία και αλλαγή του παλιού παλαιοκομματικού συστήματος στη διοίκηση σε όλα τα επίπεδα και όταν φτάσαμε το 2004 είχαμε μια χώρα που είχε πλήρεις θεσμούς, πλήρεις.

Αντίθετα και η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας προχώρησε σε εκατοντάδες χιλιάδες διορισμούς και η δική σας κυβέρνηση προχώρησε σε τεράστιους διορισμούς. Οι ΔΕΚΟ άλλαξαν μορφή. Τη δεκαετία του ’80 όταν πρωτοξεκινούσαμε υπήρχε αυτή η διαχείριση, η οποία οδηγούσε τελικά σε μια όχι καλή πρακτική. Εμείς, όμως, το αλλάξαμε με εμάς παρόντες και εσάς απόντες ή καταψηφίζοντες σ’ αυτές τις αλλαγές.

Δεν δεχόμαστε, λοιπόν, μαθήματα περί αξιοκρατίας και προσλήψεων και οτιδήποτε άλλο και τι ήταν οι ΔΕΚΟ. Οι ΔΕΚΟ εξυγιάνθηκαν στο βαθμό που εξυγιάνθηκαν για να φτάσει η Ελλάδα το 2004 να έχει υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης, να έχει μπει στην Ευρώπη, στην ΟΝΕ και στο ευρώ και να μπορεί να δίνει τις σημερινές μάχες.

Και δεν είμαι αυτός που θα αμαυρώσει μια πορεία ολόκληρη της μεταπολίτευσης θέλοντας να καταργήσει όλες τις άλλες περιόδους για να αποδείξει ότι η πρώτη φορά Αριστερά έκανε καλό στην Ελλάδα, δεν έκανε τελικά. Δεν έκανε.

Τώρα θέλω να πω μια κουβέντα για τον κ. Καραθανασόπουλο, γιατί τον αγαπώ και είναι φίλος μου και τον παρακολουθώ συστηματικά. Θέλω να την πω, γιατί μου έρχεται έτσι.

Κύριε Καραθανασόπουλε, εγώ σέβομαι απόλυτα τη λογική ότι είναι εδώ μέσα έξι κόμματα και είναι δύο πολιτικές και ότι η μια πολιτική είναι να γκρεμιστεί το αστικό κράτος. Αυτός είναι ένας ευσεβής πόθος, μια ωραία ουτοπία, ρομαντική θα έλεγα και το ότι ήσαστε συνεπής σε αυτήν την προσπάθεια, καλά κάνετε και σας τιμά. Είναι, όμως, αδύνατον εμείς να μπούμε σε μια τέτοια διαδικασία. Και άρα αυτή η αντιπαράθεση θα συνεχίζεται και θα τιμά ο ένας τον άλλο και δεν θα μπορούμε ουσιαστικά να κάνουμε τίποτα.

Σε ό,τι αφορά τον εκπρόσωπο της Ελληνικής Λύσης νομίζω, κύριε Υπουργέ, ότι δεν χρειάζεται να κάνετε δευτερολογία, απάντησε στις ερωτήσεις ο εκπρόσωπος της Ελληνικής Λύσης. Πήρε μια, μια τις ερωτήσεις που κάναμε και απάντησε αντί για εσάς, που δεν απαντήσατε.

Λοιπόν, νομίζω ότι είμαστε σε μια φάση όπου εγώ πιστεύω ότι ο διάλογος είναι κάτι το οποίο πρέπει να το επιχειρήσουμε με όλα τα κόμματα της Βουλής. Δέχομαι αυτό που είπε ο κ. Τσακαλώτος ότι πρέπει να συζητήσουμε επί του σχεδίου, να φέρει η Κυβέρνηση ένα σχέδιο να το συζητήσουμε. Κάθε κόμμα από εμάς έχει ένα προοδευτικό σχέδιο που προτείνει για συζήτηση. Εμείς δεν αρνούμαστε συζήτηση. Εμείς έχουμε προτείνει συγκεκριμένες προτάσεις που εσείς δεν έχετε.

Λοιπόν, αυτήν τη συζήτηση να την κάνουμε ανοιχτά και χωρίς υπονοούμενα και τακτικισμούς, ποιος θα πάει με ποιον, ποιος θα συνεργαστεί με ποιον, ποιος θα πάρει τα στελέχη του ενός, ποιος θα πάρει τα στελέχη του αλλουνού, ποιος θα κάνει καλύτερα την κομματική του δουλειά σε μια εποχή που ο κόσμος αλλάζει ριζικά και που το αυριανό πολιτικό σύστημα δεν θα έχει καμία σχέση με αυτά που βλέπουμε σήμερα σ’ αυτήν τη Βουλή αν θέλετε τη δική μου πείρα από τόσα χρόνια που είμαι στο Κοινοβούλιο. Όσο πιο γρήγορα ξεφύγουμε από το παρελθόν τόσο πιο γρήγορα θα συμφωνήσουμε για το συμφέρον της χώρας.