ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΠΟΛΙΤΙΚΗ

“«Πάγωμα» των χρεών για να βγούμε από την κρίση”. Του Μιχάλη Καρχιμάκη.

«Πάγωμα» των χρεών για να βγούμε από την κρίση

 

Του Μιχάλη Καρχιμάκη*

 

Στην προηγούμενη μεγάλη οικονομική κρίση, πρώτη προτεραιότητα ήταν να σωθεί το κράτος από τη χρεοκοπία. Ένα κράτος φορτωμένο με τεράστια φανερά και κρυφά χρέη της διακυβέρνησης Καραμανλή. Σε αυτή την κρίση, που είναι αποτέλεσμα μιας πανδημίας, το κράτος δεν αντιμετωπίζει άμεσο κίνδυνο χρεοκοπίας, αλλά πρέπει να σωθεί από την κατάρρευση ο ιδιωτικός τομέας, οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά.

Το σοκ που προκαλείται στην οικονομία από τα περιοριστικά μέτρα για την ανάσχεση της μετάδοσης του κορονοϊού έχει πρωτοφανή βιαιότητα και επηρεάζει την ελληνική περισσότερο από κάθε άλλη ευρωπαϊκή οικονομία, καθώς τον κορμό της οικονομίας αποτελούν μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις, ενώ το ένα πέμπτο του ΑΕΠ προέρχεται από τον τουρισμό. Η ύφεση στην Ελλάδα το 2020 προβλέπεται ότι θα είναι η μεγαλύτερη στην Ευρώπη, πλησιάζοντας διψήφιο ποσοστό συρρίκνωσης του ΑΕΠ.

Αυτός ο πρωτοφανής κλυδωνισμός, πιο έντονος και από τα πρώτα χρόνια της μεγάλης κρίσης της περασμένης δεκαετίας, φέρνει εκατοντάδες χιλιάδες εργαζόμενους αντιμέτωπους με το φάσμα της ανεργίας και των μειωμένων εισοδημάτων, τη στιγμή που μόλις είχαν αρχίσει να επουλώνουν τις πληγές της προηγούμενης οικονομικής κρίσης. Το ίδιο ισχύει για εκατοντάδες χιλιάδες πολύ μικρές, μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις, που βρίσκονται σε μια απότομη καθήλωση των εσόδων τους, ενώ τα έξοδα και οι υποχρεώσεις του παρελθόντος συνεχίζουν να τρέχουν.

Σε τέτοιες συνθήκες, μια κυβέρνηση δεν μπορεί να αντιμετωπίσει τις εξαιρετικά πιεστικές ανάγκες νοικοκυριών και επιχειρήσεων με εμβαλωματικές πολιτικές στήριξης, που θα αποδειχθεί ότι είναι πολύ λίγα, πολύ αργά. 

Χρειάζονται τολμηρές και δραστικές κινήσεις σε δύο κατευθύνσεις:

  1. Οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά χαμηλού και μεσαίου εισοδήματος δεν μπορούν να αντεπεξέλθουν σε αυτές τις πρωτόγνωρες συνθήκες οικονομικής καθίζησης και να σηκώνουν, ταυτόχρονα, το βάρος παλαιών χρεών στην εφορία, τα ασφαλιστικά ταμεία, τις τράπεζες. Ξεπερνά κάθε λογική να περιμένουμε ότι μια οικογένεια που με δυσκολία τα έβγαζε πέρα πριν ξεσπάσει αυτή η κρίση θα μπορέσει τώρα να τα βγάλει πέρα με την ανεργία, ή τη μείωση χρόνου εργασίας και μισθού, ενώ ταυτόχρονα θα συνεχίσει να πληρώνει δόσεις παλαιών χρεών και δανείων. Είναι αδιανόητο να περιμένουμε ότι ο μικρομεσαίος επιχειρηματίας θα συνεχίσει να εξυπηρετεί όλα τα χρέη του, την ώρα που τα έσοδα της επιχείρησής του «εξατμίζονται» με πρωτοφανή τρόπο. Εδώ δεν χωρούν ημίμετρα, όπως οι μικρές αναβολές στην εξυπηρέτηση των υποχρεώσεων στο Δημόσιο και τις τράπεζες. Χρειάζεται μια μεγάλη και τολμηρή απόφαση για την ανακούφιση των μικρομεσαίων επιχειρήσεων και νοικοκυριών: Να «παγώσει» η εξυπηρέτηση ΟΛΩΝ των παλαιών χρεών σε Δημόσιο και τράπεζες μέχρι ενός ποσού που θα διασφαλίζει ότι δεν θα επωφεληθούν από το μέτρο οι έχοντες. Και να ισχύσει αυτό το μέτρο τουλάχιστον μέχρι να γίνει αισθητή η ανάκαμψη της οικονομίας. Δηλαδή, με βάση όσα προβλέπονται ως τώρα, τουλάχιστον ως τα μέσα του 2021. Μόνο με ένα «πάγωμα» χρέους τέτοιας κλίμακας θα αποφευχθεί μια οικονομική και κοινωνική καταστροφή με μαζικές πτωχεύσεις επιχειρήσεων και εξώθηση οικογενειών στην απόλυτη ανέχεια.
  2. Οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις της χώρας χρειάζονται κατεπειγόντως μεγάλες ενισχύσεις ρευστότητας για να γεφυρώσουν το χάσμα ανάμεσα στην απόλυτη κατάρρευση της ζήτησης και στην ανάκαμψη της οικονομίας. Ακόμη και η γειτονική Ιταλία, χώρα με μεγάλο πρόβλημα δημοσίου χρέους, όπως η Ελλάδα, αφιερώνει πόρους που αντιστοιχούν στο ένα τέταρτο του ΑΕΠ για την ενίσχυση της ρευστότητας των επιχειρήσεων. Δυστυχώς, στην Ελλάδα τα ποσά ρευστότητας που χορηγούνται από την κυβέρνηση και το τραπεζικό σύστημα είναι εντελώς ανεπαρκή και χορηγούνται με εσφαλμένο τρόπο. Μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις «κόβονται» κατά χιλιάδες από τα κριτήρια του προγράμματος της επιστρεπτέας προκαταβολής του υπουργείου Οικονομικών, ή από τα τραπεζικά κριτήρια του προγράμματος ΤΕΠΙΧ ΙΙ, όπου μάλιστα οι τράπεζες χορηγούν όλα τα δάνεια με το υψηλότερο επιτρεπτό επιτόκιο του 8% για να καρπώνονται την επιδότηση επιτοκίου από το κράτος εκ του ασφαλούς. Το πρόγραμμα για τη χορήγηση εγγυημένων από το Δημόσιο δανείων που θα ενεργοποιηθεί τον Ιούνιο, ακόμη και αν τα κριτήρια δεν οδηγήσουν πάλι σε μαζικούς αποκλεισμούς, δεν έχει το μέγεθος που χρειάζεται γι’ αυτή την περίοδο. Έτσι, επιχειρήσεις που άντεξαν στην προηγούμενη κρίση και κατάφεραν να φθάσουν ως εδώ, προφανώς έχοντας βάρη από το παρελθόν, εξωθούνται στην κατάρρευση επειδή βρίσκουν κλειστές όλες τις πόρτες, όταν ζητούν ρευστότητα. Αυτό που χρειάζονται επειγόντως αυτές οι επιχειρήσεις είναι προγράμματα παροχής ρευστότητας που θα ανταποκρίνονται στο επίπεδο των αναγκών τους και δεν θα παρέχονται με όρους καταδικαστικούς για τη μεγάλη πλειονότητα των ελληνικών μικρομεσαίων επιχειρήσεων.

Δίπλα σε αυτά τα μέτρα, ασφαλώς απαιτούνται πολλά ακόμη, για τη στήριξη της ρευστότητας, όπως:

– Μείωση στο μηδέν της προκαταβολής φόρου για τα κέρδη του 2020, 

– Συμψηφισμός  του φόρου που θα προκύψει από τα κέρδη του 2019 με τον πιστωτικό ΦΠΑ ή δυνατότητα επιστροφής του πιστωτικού ΦΠΑ άμεσα στις επιχειρήσεις, 

– Δυνατότητα σε εταιρείες που έχουν ενταχθεί σε αναπτυξιακό νόμο με πρόγραμμα φοροαπαλλαγής (μη ολοκληρωμένα έργα) να το αλλάξουν σε επιδότηση, 

– Γενναία μείωση ασφαλιστικών εισφορών για το 2020 σε συνδυασμό με προγράμματα επιδότησης εργασίας.

 

Η απειλή για τον κόσμο της εργασίας

 

Για τον κόσμο της εργασίας, αυτή η κρίση κρύβει πολλές και επικίνδυνες απειλές. Μεγάλες επιχειρήσεις και τράπεζες βλέπουν το οικονομικό σοκ ως μια ευκαιρία για νέες αλλαγές στο εργασιακό καθεστώς που θα οδηγούν σε λιγότερο δικαιώματα και χαμηλότερες αμοιβές για τους εργαζόμενους. Μέτρα που εφαρμόσθηκαν εκτάκτως σε συνθήκες κρίσης, όπως η μείωση του χρόνου εργασίας και η τηλεργασία, φαίνεται ότι θα επιδιωχθεί να ενταχθούν μόνιμα στο πλέγμα των ρυθμίσεων που διέπουν τις σχέσεις εργασίας, ενώ ήδη αναβλήθηκε η προγραμματισμένη τον Ιούνιο αύξηση του βασικού μισθού.

Δυστυχώς, η κυβέρνηση της Δεξιάς δεν κρύβει τις προθέσεις της να αλλάξει και πάλι την εργατική νομοθεσία προς όφελος των μεγάλων εργοδοτών. Στο πλαίσιο της τελευταίας αξιολόγησης της οικονομίας από την Κομισιόν, ανέλαβε πρόσθετη δέσμευση, πέραν του προγράμματος που υλοποιείται, για μεταρρύθμιση του ατομικού εργατικού δικαίου, όπως αναφέρεται στη σχετική έκθεση της Κομισιόν. Για αυτή τη μεταρρύθμιση ουδείς εκ των λαλίστατων στα τηλεοπτικά κανάλια κυβερνητικών στελεχών έχει κάνει οιαδήποτε αναφορά, ούτε υπάρχει ως τώρα κάποια σχετική εξαγγελία για να τεθεί σε δημόσιο διάλογο. Προφανώς, όχι επειδή η κυβέρνηση δεν γνωρίζει τι έχει συμφωνήσει με την Κομισιόν ή τι σκοπεύει να κάνει, αλλά επειδή θα επιδιώξει να φέρει στη Βουλή μέτρα που στρέφονται κατά του κόσμου της εργασίας αιφνιδιαστικά και να τα επιβάλει στο όνομα, δήθεν, της πολιτικής για την υπέρβαση της κρίσης και την οικονομική ανάκαμψη.

Πολιτικά κόμματα, εργατικά συνδικάτα και πολίτες οφείλουν να βρίσκονται σε επαγρύπνηση για να αποτρέψουν αυτά τα σχέδια. Όσοι θέλουν να μετατρέψουν αυτή την κρίση σε ευκαιρία για να επιβαρύνουν κι άλλο τον κόσμο της εργασίας, που ήδη πέρασε δια πυρός και σιδήρου στην προηγούμενη κρίση, πρέπει να γνωρίζουν ότι τέτοιες μεθοδεύσεις δεν θα περάσουν.

*Πρώην υπουργός, βουλευτής. Μέλος Πολιτικού Συμβουλίου ΚΙΝΑΛ. Β’ Αθηνών, Δυτικός Τομέας.