ΠΟΛΙΤΙΚΗ

«Ο Τραμπ και το παράδειγμα του Ρόμπερτ Κένεντυ». Γράφει ο Παναγιώτης Βλάχος.

Άρθρο του Παναγιώτη Βλάχου, Γραμματέα Επικοινωνίας του Κινήματος Αλλαγής, στο Κυριακάτικο «Πρώτο Θέμα»:

Η δολοφονία του George Floyd συνέβη μπροστά στα μάτια μας. Δεν είναι ούτε προϊόν μοντάζ ούτε fake news. Είναι ένα από τα πιο σκληρά reality που πέρασαν στις οθόνες μας, για να στοιχειώνουν τις αβέβαιες – μετά τον κορωνοϊό – μέρες μας. Και να μας προβληματίζουν για τα όρια της βίας, της κρατικής καταστολής, της αστυνομικής αυθαιρεσίας, το μεγάλο άλυτο ζήτημα της αμερικανικής κοινωνίας, τον ρατσισμό που ανατροφοδοτεί την κοινωνική και οικονομικη ανισότητα για εκατομμύρια πολίτες των εθνοτικών γκρουπ που ζουν στις ΗΠΑ.

Η βία είναι μια διχαστική συνθήκη. Μπορεί να μην είναι η μόνη “μαμή της Ιστορίας”, αλλά έρχεται ως επιστέγασμα άλλων φαινομένων, που αφορούν σε κάθε κοινωνία ξεχωριστά. Έρχεται να αμφισβητήσει τις μεθόδους επίλυσης διαφορών μέσα σε μια δημοκρατία, το κοινωνικό συμβόλαιο, την ίδια την νεωτερικότητα και την ουτοπία της διαρκούς προόδου. Λειτουργεί μάλλον ως διακόπτης. Αρκεί μια στιγμή για να αμφισβητηθούν όσα κερδήθηκαν σε χρόνια. Γι’ αυτό και η ιστορία της βίας και η αναμέτρηση με αυτήν, διαμορφώνει την κουλτούρα, τις σχέσεις, ακόμη και τους κανόνες σε μια κοινωνία, μικρή ή μεγάλη, όπως αριστουργηματικά μας έχει δείξει ο Μίκαελ Χάνεκε στην ταινία “Λευκή Κορδέλα” πριν μερικά χρόνια.

Ακόμη χειρότερη από τη βία είναι ένας διχαστικός ηγέτης. Η μισή οθόνη δείχνει φωτιές και λεηλασίες, η μισή τον αμερικανό Πρόεδρο να απειλεί με πυροβολισμούς, νόμο και τάξη, κραδαίνοντας τη Βίβλο ως τηλεοπτικός ευαγγελιστής. Σε μια κοινωνία που καίγεται ηγείται ο εμπρηστής, όχι ο πυροσβέστης ή ο συμφιλιωτής. Αυτό υπαγορεύει το εγχειρίδιο του αυταρχικού λαϊκισμού: συνομωσιολογία, εχθροί, στερεότυπα, λόγος μίσους, απειλές, καταπίεση, περιφρόνηση σε θεσμούς. Εργαλειοποιεί τον διχασμό ως τακτική επανεκλογής. Ρίχνει λάδι στη φωτιά, γνωρίζοντας ότι η εκτεταμένη βία τρομάζει και συσπειρώνει τους πολλούς γύρω από τον ηγέτη. Γνωρίζει ότι η δημοκρατική πλειοψηφία στις ΗΠΑ πηγαίνει πιο ράθυμα στην κάλπη από τη μπετοναρισμένη συντηρητική κι ας έχουν χαθεί 100.000 ζωές από τον κορωνοϊό και πάνω από 40 εκατομμύρια θέσεις εργασίας.

Οι αναλογίες σε τέτοιες περιπτώσεις δεν είναι εύκολες. Πολλοί όμως θυμήθηκαν τη βραδιά της 4ης Απριλίου και την δολοφονία του Μάρτιν Λούθερ Κινγκ. Και κυρίως τον Ρόμπερτ Κένεντι. Εκείνο το βράδυ είχε προγραμματίσει την ομιλία του σε μια γειτονιά αφρο-αμερικανών στην Ινδιανάπολη. Η αστυνομία τον προειδοποίησε ότι δεν μπορεί να τον προστατέψει, καθώς τα νέα δεν είχαν φτάσει ακόμη και οι αντιδράσεις θα ήταν ανεξέλεγκτες. Ο Κένεντι είχε διαγράψει μια εντυπωσιακή καμπάνια, φτάνοντας σε μέρη και γειτονιές της Αμερικής που δεν είχε πατήσει ποτέ ξανά το πόδι του υποψήφιος, μιλώντας για πόλεμο κατά της φτώχειας, για κοινωνική δικαιοσύνη, παιδεία για όλους. Κάθε ομιλία ή περιοδεία κατέληγε με φοιτητές να ζητωκραυγάζουν και πλήθη να τον σηκώνουν στα χέρια.

Εκείνο το βράδυ ανέλαβε να ενημερώσει ο ίδιος το συγκεντρωμένο κοινό – τότε δεν υπήρχε ούτε Διαδίκτυο ούτε social media. Τα λόγια του φτάνουν μέχρι σήμερα, ως μια κληρονομιά ηγεσίας για τον 21ο αιώνα: “Για όσους είστε μαύροι – λαμβάνοντας υπόψη ότι οι δράστες (σ.σ. της δολοφονίας του Κινγκ) ήταν λευκοί – μπορείτε να πλημμυρίσετε από πίκρα, μίσος και όρεξη για εκδίκηση. Μπορούμε ως χώρα να ακολουθήσουμε αυτή την κατεύθυνση, μέσα στην πόλωση: μαύροι με μαύρους, λευκοί με λευκούς, γεμάτοι μίσος ο ένας για τον άλλο. Ή μπορούμε να κάνουμε μια προσπάθεια …να κατανοήσουμε και να αντικαταστήσουμε τη βία, την κηλίδα της αιματοχυσίας που απλώνεται σε όλη τη χώρα, με συμπόνοια και αγάπη”. Για να καταλήξει με τους στίχους του Αισχύλου από τον “Αγαμέμνονα”: “πάθος μάθος αυτός, ώς και στον ύπνο, στην καρδιά μας στάζει τον πόνο, που θυμίζει με τρόμο τα παθήματά μας κι αθέλητα μας συνετίζει.”