“Γιατί τώρα; Γιατί ευθυνόµαστε εµείς.”

Γράφει η Μισέντου Μαρία. Μέλος ΚΠΕ ΚΙΝ.ΑΛ. Αναπ. Γραμματέας Ευρωπαϊκών Υποθέσεων ΚΙΝ.ΑΛ. Υπεύθυνη Νέας Γενιάς και Νεοφυούς Επιχειρηματικότητας Ε.Δ.Ε.Μ.

*Άρθρο Γνώμης της Μαρίας Μισέντου.

“Γιατί τώρα;” 

Ίσως να µην θυµάται τι ακριβώς συνέβη. Ίσως να συνέχισε τη ζωή της/του σαν να µην έγινε ποτέ τίποτα. Ίσως, µάλιστα, να συνέχισε να συναναστρέφεται µε το θύτη της/του µε χαµόγελο και χωρίς να δώσει κανένα δικαίωµα. Μπορεί να πέρασαν δεκαετίες µέχρι τη στιγµή που το εξοµολογήθηκε σε φίλους, συγγενείς, στην αστυνοµία, σε κάποια εκποµπή. Ίσως να µην προέβαλε καµία αντίσταση. Μπορεί, πάλι, να µην το είπε ποτέ σε κανέναν. Να µην το παραδέχτηκε ούτε καν στον ίδιο της/του τον εαυτό πως συνέβη.  

Και όταν το γνωστοποίησε ξαφνικά έγινε απολογητής. Τι φορούσες; Γιατί δεν αντιστάθηκες; Γιατί τον/την συνάντησες; Γιατί περπατούσες µόνη/ος σου στο δρόµο; Μα καλά, τι ήθελες και έπινες;  Μήπως υπερβάλεις λίγο; Εντάξει και τώρα τι θες δηλαδή, ας το έλεγες τότε!  

Και κανείς δε ρωτάει τη µοναδική ερώτηση που έχει πραγµατικά σηµασία. Και αυτή τίθεται προς το θύτη. ΓΙΑΤΙ ΤΟ ΕΚΑΝΕΣ;  

Γι’ αυτό. Γι’αυτό τώρα. Γιατί όλα αυτά τα χρόνια πάλευε να βρει τις ισορροπίες της/του. Πάλευε να επουλώσει τις εσωτερικές πληγές της/του και αγωνιζόταν να βρει το κουράγιο να βγει µπροστά και να αντιµετωπίσει µια κοινωνία που θα την/τον πιάσει από το σβέρκο και θα προσπαθήσει να την/τον βάλει κάτω στο πάτωµα µέχρι να νιώσει ένοχη που κάποιος/α την/τον στιγµάτισε. Που κάποιος της/του βίασε τη ψυχή και της/του µηδένισε το κοντέρ. Σαν να είχε το δικαίωµα να στύψει έναν άνθρωπο γιατί απλά µπορούσε. Γιατί είχε τη δύναµη και, εκ του αποτελέσµατος, τη κοινή γνώµη µε το µέρος του.  

Οι στατιστικές αποδεικνύουν πως οι παραβάτες είναι πιο πιθανόν να επιλέξουν ως θύµα τους κάποιο άτοµο που έχει ήδη παρενοχληθεί στο παρελθόν σεξουαλικά. Γιατί ένα θύµα που καταφεύγει σε περισσότερες από µία καταγγελίες, κατά βάση αντιµετωπίζεται µε απιστία. Ο αριθµός των ψευδών καταγγελιών τείνει να υπερεκτιµάται. Και όταν ακούµε για κάποιον βιασµό αυτοµάτως εικάζουµε πως έλαβε χώρα σε κάποιο σκοτεινό δροµάκι, από κάποιον άγνωστο. Και φυσικά η επόµενή µας σκέψη είναι πως το θύµα έπρεπε να αντισταθεί, να φωνάξει, να κλοτσήσει, να σπρώξει. Η τραγική αλήθεια είναι πως η πλειοψηφία των σεξουαλικών επιθέσεων και βιασµών λαµβάνει χώρα µεταξύ προσώπων που ήδη γνωρίζονται και σε περιβάλλοντα γνώριµα και κατά τα άλλα ασφαλή. Ποιος ορίζει το χρονικό διάστηµα που χρειάζεται για να καταπιείς το πώς κάποιος που εµπιστευόσουν και γνώριζες προέβη σε σεξουαλική επίθεση εναντίον σου;  

Και γιατί δεν το κατήγγειλε αµέσως; Γιατί προτεραιότητα ήταν η θεραπεία του σώµατος και της ψυχής της/του. Γιατί φοβόταν πώς θα επηρέαζε αυτό την οικογένειά της/του. Γιατί η καταγγελία στην αστυνοµία θα φέρει έναν κύκλο ανακρίσεων και ερωτήσεων, κατά τη διάρκεια των οποίων το θύµα θα είναι απροστάτευτο και ο θύτης ελεύθερος. Γιατί ο νόµος τιµωρεί και δεν προστατεύει. Γιατί η κοινωνία εκδικείται και δεν αγκαλιάζει.  

Έρευνες της Διεθνούς Αµνηστίας καταδεικνύουν πως 1 στους 3 πολίτες πιστεύει πως το θύµα µιας σεξουαλικής επίθεσης φέρει ευθύνη εφόσον ντύνεται προκλητικά, εφόσον είχε ραντεβού µε τον θύτη, εφόσον ανεβάζει στα social media προκλητικές φωτογραφίες ή εφόσον είχε καταναλώσει αλκοόλ ή ουσίες πριν το συµβάν. 1 στους 3 πολίτες αυτή τη στιγµή γύρω σας πιστεύει πως τα παραπάνω γεγονότα δίνουν πράσινο φως στον καθένα να ασελγήσει εις βάρος σας και δε χρειάζεται καν να ερωτηθείτε. Το ίδιο το θύµα στην πλειοψηφία των περιπτώσεων πιστεύει πως έφταιγε επειδή έδωσε λάθος εντυπώσεις ή επειδή δεν κατάφερε να προστατεύσει τον εαυτό του. Το θύµα, όµως, δεν φταίει σε καµία των περιπτώσεων. Και αυτό είναι κάτι που σαν κοινωνία πρέπει να ενστερνιστούµε. Αυτό το θύµα θα µπορούσε να είναι η αδερφή σας, ο πατέρας σας, η µητέρα σας, ο κολλητός σας.  

Η σεξουαλική επίθεση είναι µία πράξη που συνιστά ταπείνωση, αντικειµενοποίηση, άµεση επίθεση εναντίον της προσωπικότητας και της αξιοπρέπειας του θύµατος, εκµετάλλευση.  

Για να περάσουµε στην επόµενη ηµέρα της Αλλαγής, πρωτεύων στόχος είναι η εξάλειψη της Κουλτούρας του Βιασµού, η οποία ενισχύει την πρωτογενή αλλά και τη δευτερογενή θυµατοποίηση. Η εξάλειψη, δηλαδή, του στιγµατισµού, της καλλιέργειας αισθηµάτων ενοχής του θύµατος και τα σεξιστικά στερεότυπα που ωθούν το θύµα να µην απευθυνθεί στη δικαιοσύνη,  ενώ παράλληλα κανονικοποιεί την πράξη αυτή, τόσο στη συνείδηση του θύµατος, όσο και στην κοινή γνώµη.  

Γιατί τώρα; Γιατί ευθυνόµαστε εµείς.  

Μισέντου Γ. Μαρία

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ