ΣΤΟ ΜΙΚΡΟΣΚΟΠΙΟ
Στο Μικροσκόπιο: «Η Δεξιά πρέπει να πέσει. Η Δεξιά που κανονικοποιεί την Ακροδεξιά. Να σταματήσει η “ξιφομαχία” των προοδευτικών δυνάμεων τώρα»
Η πολιτική αντιπαράθεση έχει μπει για τα καλά σε προεκλογικούς ρυθμούς, έστω κι αν οι κάλπες δεν έχουν ακόμη στηθεί. Η Νέα Δημοκρατία παραμένει πρώτη αλλά απέχει από την αυτοδυναμία, ο Αλέξης Τσίπρας επιχειρεί να μετατρέψει τη δεύτερη θέση της ΕΛΑΣ σε νέο πολιτικό δίπολο και το ΠΑΣΟΚ δίνει τη δική του μάχη για να μην εγκλωβιστεί ανάμεσα στη ΝΔ και στο νέο εγχείρημα του πρώην πρωθυπουργού. Την ίδια ώρα, η επανεμφάνιση του Ηλία Κασιδιάρη στην πολιτική επικαιρότητα ανοίγει ξανά τη δύσκολη συζήτηση για τα όρια ανάμεσα στην καταγραφή και την κανονικοποίηση της Ακροδεξιάς.
Και υπάρχει κάτι ακόμη, ίσως σημαντικότερο από τους κομματικούς συσχετισμούς: η κοινωνία. Γιατί τα κόμματα μπορούν να μετρούν ποσοστά, να χαράσσουν στρατηγικές και να παίζουν καθημερινά τη δική τους παρτίδα εξουσίας. Η πολιτική όμως αρχίζει και τελειώνει στους πολίτες.
Μητσοτάκης: Πρώτος στις δημοσκοπήσεις, αλλά το 67% ζητά πολιτική αλλαγή
Στο Μέγαρο Μαξίμου μπορούν να κρατούν την πρωτιά της Νέας Δημοκρατίας. Υπάρχει όμως και η άλλη ανάγνωση των αριθμών, που μόνο βολική δεν είναι. Στην τελευταία μέτρηση της ALCO, η ΝΔ καταγράφεται στο 24,3% στην πρόθεση ψήφου, η ΕΛΑΣ στο 14,4% και το ΠΑΣΟΚ στο 11,1%. Την ίδια στιγμή, 67% των ερωτηθέντων δηλώνει ότι θέλει πολιτική αλλαγή, ενώ μόλις 20% εμφανίζεται πολύ ή αρκετά ικανοποιημένο από την κυβερνητική απόδοση.
Κάπου εδώ αρχίζουν και τα δύσκολα για το αφήγημα της αυτοδυναμίας. Άλλο η καθαρή πρωτιά και άλλο η δυνατότητα σχηματισμού αυτοδύναμης κυβέρνησης. Το σημαντικότερο, όμως, είναι ότι ένα πολύ μεγάλο τμήμα της κοινωνίας ζητά αλλαγή χωρίς ακόμη να έχει συγκεντρωθεί πίσω από μία συγκεκριμένη εναλλακτική πρόταση εξουσίας.
Αυτό είναι το πραγματικό πολιτικό στοίχημα της περιόδου.
Νέα Δημοκρατία: Και στα δεξιά αρχίζουν τα δύσκολα
Η ΝΔ δεν πιέζεται μόνο από την κοινωνική δυσαρέσκεια. Υπάρχει και η δεξιά πλευρά της εξίσωσης. Δημοσιευμένες έρευνες έχουν εξετάσει τη δυνητική επιρροή ενός ενδεχόμενου πολιτικού εγχειρήματος του Αντώνη Σαμαρά, καταγράφοντας μια υπαρκτή δεξαμενή πιθανών ψηφοφόρων. Χρειάζεται, βεβαίως, προσοχή: άλλο δυνητική ψήφος και άλλο πρόθεση ψήφου.
Το ενδιαφέρον για το Μαξίμου βρίσκεται στο ποιοι είναι αυτοί οι ψηφοφόροι και πόσοι προέρχονται από τη σημερινή ή την παλαιότερη εκλογική βάση της Νέας Δημοκρατίας. Ο πυρσός μπορεί να επιστρέφει στην κομματική σημειολογία της ΝΔ, αλλά το ερώτημα είναι αν επιστρέφουν μαζί του και όσοι παραδοσιακοί ψηφοφόροι κοιτούν πλέον δεξιότερα.
Η αυτοδυναμία, λοιπόν, μπορεί να παραμένει στο κυβερνητικό λεξιλόγιο. Οι αριθμοί όμως επιμένουν να κάνουν τη συζήτηση πολύ πιο σύνθετη.
Κασιδιάρης: Άλλο καταγραφή, άλλο κανονικοποίηση
Και εδώ η συζήτηση γίνεται πολύ σοβαρότερη. Ο Ηλίας Κασιδιάρης επέστρεψε στην πολιτική επικαιρότητα μετά την αποφυλάκισή του και ήδη δημοσκοπικές έρευνες εξετάζουν τη δυνητική απήχηση πολιτικού εγχειρήματος με το οποίο συνδέεται.
Οι εταιρείες δημοσκοπήσεων έχουν ασφαλώς τη δυνατότητα να καταγράφουν υπαρκτές κοινωνικές τάσεις. Η δημοκρατία δεν αντιμετωπίζει ένα φαινόμενο προσποιούμενη ότι δεν υπάρχει. Υπάρχει όμως μια λεπτή αλλά κρίσιμη γραμμή ανάμεσα στην καταγραφή ενός ακραίου πολιτικού φαινομένου και στην κανονικοποίησή του μέσα από τη συνεχή δημόσια προβολή.
Και το πραγματολογικό πλαίσιο δεν επιτρέπεται να εξαφανίζεται: ο Κασιδιάρης έχει καταδικαστεί για διεύθυνση εγκληματικής οργάνωσης στην υπόθεση της Χρυσής Αυγής. Η αποφυλάκιση δεν διαγράφει τη δικαστική ιστορία. Ούτε ένα δημοσκοπικό ποσοστό μπορεί από μόνο του να μετατρέψει ένα υπό διαμόρφωση εγχείρημα σε έναν ακόμη συνηθισμένο παίκτη του πολιτικού συστήματος.
Τσίπρας: Το «ή εμείς ή κανείς» και η επιχείρηση για νέο δίπολο
Ο Αλέξης Τσίπρας δεν κρύβει πλέον τη στρατηγική του. Με το «ή εμείς ή κανείς» επιχείρησε να ανεβάσει το πολιτικό στοίχημα και να παρουσιάσει την ΕΛΑΣ όχι απλώς ως ένα ακόμη κόμμα της αντιπολίτευσης, αλλά ως τη δύναμη που διεκδικεί ευθέως την κυβερνητική εναλλαγή.
Η δημοσκοπική συγκυρία τού προσφέρει ένα πρώτο έρεισμα. Η ΕΛΑΣ εμφανίζεται στη δεύτερη θέση σε σειρά τελευταίων μετρήσεων, μπροστά από το ΠΑΣΟΚ. Αυτό δεν σημαίνει ότι έχει καλυφθεί η απόσταση από τη Νέα Δημοκρατία. Σημαίνει όμως ότι ο Τσίπρας επιχειρεί πλέον να στήσει πολιτικά την αντιπαράθεση Μητσοτάκης – Τσίπρας.
Και αυτή η στρατηγική πιέζει ίσως περισσότερο το ΠΑΣΟΚ απ’ όσο πιέζει, τουλάχιστον προς το παρόν, τη Νέα Δημοκρατία.
ΠΑΣΟΚ – ΕΛΑΣ: Να σταματήσει η «ξιφομαχία»;
Η αντιπαράθεση ανάμεσα στο ΠΑΣΟΚ και την ΕΛΑΣ ανεβάζει διαρκώς θερμοκρασία. Η Χαριλάου Τρικούπη απάντησε σκληρά στο «ή εμείς ή κανείς» του Αλέξη Τσίπρα, υπερασπιζόμενη την αυτόνομη πορεία της και απορρίπτοντας νέα διλήμματα που επιχειρούν να εγκλωβίσουν τον προοδευτικό χώρο.
Οι πολιτικές διαφορές είναι υπαρκτές. Οι διαφορετικές στρατηγικές επίσης. Υπάρχει όμως ένα ερώτημα που γίνεται όλο και δυσκολότερο να παρακαμφθεί: μέχρι πού μπορεί να φτάσει η σύγκρουση των προοδευτικών δυνάμεων χωρίς να περιορίζει τα περιθώρια οποιασδήποτε μελλοντικής συνεννόησης;
Τα δημοσκοπικά δεδομένα δεν υποδεικνύουν ποια συνεργασία πρέπει να γίνει. Δείχνουν όμως κάτι συγκεκριμένο: η κοινωνική επιθυμία για αλλαγή είναι πολύ μεγαλύτερη από τα σημερινά ποσοστά οποιουδήποτε κόμματος της αντιπολίτευσης. Συνεπώς, το ερώτημα της επόμενης ημέρας θα βρίσκεται στο τραπέζι είτε αρέσει στα κομματικά επιτελεία είτε όχι.
ΠΑΣΟΚ: Η αυτονομία είναι στρατηγική – Αλλά υπάρχει και η επόμενη ημέρα
Το ΠΑΣΟΚ επιμένει στην αυτόνομη πορεία του και επιχειρεί να μην επιτρέψει στον Τσίπρα να μονοπωλήσει την αντιπαράθεση με τη Νέα Δημοκρατία. Η επιλογή είναι σαφής. Όμως η επαναλαμβανόμενη τρίτη θέση στις τελευταίες δημοσκοπήσεις δημιουργεί νέα δεδομένα.
Δεν πρόκειται απλώς για τη μάχη του ποιος θα είναι δεύτερος. Πρόκειται για το ποιος θα αποκτήσει την πολιτική πρωτοβουλία στον ευρύτερο χώρο της Κεντροαριστεράς και της Αριστεράς και ποιος θα καταφέρει να παρουσιάσει πειστική κυβερνητική πρόταση απέναντι στη Νέα Δημοκρατία.
Γι’ αυτό και το ερώτημα για τη Χαριλάου Τρικούπη δεν μπορεί να εξαντλείται στο «με ποιον δεν θα συνεργαστούμε». Υπάρχει και το επόμενο: ποια κυβερνητική λύση προτείνει το ΠΑΣΟΚ εάν οι κάλπες δεν δώσουν αυτοδυναμία σε κανέναν;
Μήπως τα κόμματα έχουν κλειστεί στο δικό τους «bubble»;
Δημοσκοπήσεις. Συσχετισμοί. Μεταγραφές. Επιτελεία. Πρόσωπα. Ποιος ανεβαίνει, ποιος πέφτει, ποιος μιλάει με ποιον και ποιος θα καθίσει στην πρώτη καρέκλα.
Κάπως έτσι η πολιτική κινδυνεύει να μετατραπεί σε ένα κλειστό σύστημα που συζητά διαρκώς με τον εαυτό του.
Μόνο που πολιτική, στην ουσία της, σημαίνει από την κοινωνία, με την κοινωνία, για την κοινωνία. Σημαίνει να ακούς το πρόβλημα πριν γίνει πρωτοσέλιδο. Να βρίσκεσαι εκεί όταν οι πολίτες διεκδικούν απαντήσεις. Και να μετατρέπεις την κοινωνική πίεση σε θεσμική διαδικασία και συγκεκριμένες αποφάσεις.
Η Κυψέλη αυτές τις ημέρες προσφέρει ένα χειροπιαστό παράδειγμα.
Κυψέλη: Οι κάτοικοι έφεραν το πρόβλημα μέσα στο Δημοτικό Συμβούλιο
Η έκτακτη συνεδρίαση του Δημοτικού Συμβουλίου της Αθήνας για τις ζημιές που έχουν καταγραφεί σε κτίρια της Κυψέλης κατά την εκτέλεση των έργων της Γραμμής 4 του Μετρό έφερε στο ίδιο τραπέζι κατοίκους, Δήμο, κυβέρνηση και Ελληνικό Μετρό.
Είχε προηγηθεί η κατάθεση από τον Χάρη Δούκα στην Εισαγγελία της έκθεσης των εμπειρογνωμόνων των κατοίκων. Στη συνεδρίαση τέθηκε το ζήτημα της ασφάλειας των κτιρίων και ζητήθηκαν συγκεκριμένα στοιχεία και απαντήσεις από τους αρμόδιους φορείς.
Αυτό είναι το ουσιαστικό πολιτικό γεγονός: ένα πρόβλημα της γειτονιάς πέρασε από την κοινωνική κινητοποίηση στη θεσμική συζήτηση και ανάγκασε όλους τους εμπλεκομένους να τοποθετηθούν δημόσια.
Δήμος Αθηναίων: Η πολιτική επιστρέφει εκεί όπου γεννιέται – Στην κοινωνία
Και κάπου εδώ βρίσκεται ίσως μια διαφορετική συζήτηση για την πολιτική. Η περίπτωση της Κυψέλης δείχνει ένα μοντέλο στο οποίο οι πολίτες κινητοποιούνται, η δημοτική αρχή ανοίγει τη θεσμική διαδικασία και οι αρμόδιοι καλούνται να δώσουν απαντήσεις.
Η δημοτική αρχή του Χάρη Δούκα επέλεξε στην περίπτωση αυτή να φέρει το ζήτημα στο Δημοτικό Συμβούλιο και να ζητήσει συγκεκριμένα στοιχεία για την ασφάλεια των κτιρίων. Η αποτελεσματικότητα αυτής της παρέμβασης θα κριθεί, όπως κάθε πολιτική, από τα αποτελέσματα και από το εάν οι δεσμεύσεις προς τους κατοίκους θα υλοποιηθούν.
Αλλά το πολιτικό ερώτημα που αναδεικνύεται είναι ευρύτερο: μπορεί η πολιτική να ξανακερδίσει εμπιστοσύνη όταν επιστρέφει στις γειτονιές και στους πολίτες; Εκεί όπου το πολιτικό αποτέλεσμα δεν μετριέται μόνο σε μονάδες δημοσκοπήσεων, αλλά σε λύσεις, λογοδοσία και πραγματική συμμετοχή.
Η κοινωνία δεν είναι υποσημείωση της πολιτικής
Η Νέα Δημοκρατία εξακολουθεί να προηγείται. Η ΕΛΑΣ επιχειρεί να μετατρέψει τη δεύτερη θέση σε νέο δίπολο. Το ΠΑΣΟΚ δίνει τη μάχη της αυτονομίας και της πολιτικής του επιρροής. Στα δεξιά της ΝΔ υπάρχουν κινήσεις και δυνητικές εκλογικές δεξαμενές που παρακολουθούνται με ενδιαφέρον.
Πάνω όμως από όλα αυτά βρίσκεται ένα 67% που δηλώνει ότι επιθυμεί πολιτική αλλαγή. Το εύρημα δεν λέει προς ποια κατεύθυνση θα κινηθούν τελικά αυτοί οι πολίτες ούτε ποιο κόμμα θα επιλέξουν. Λέει κάτι πολύ απλούστερο: ότι υπάρχει μεγάλη απόσταση ανάμεσα στην κοινωνική δυσαρέσκεια και στη σημερινή κομματική της έκφραση.
Και αυτή η απόσταση δεν καλύπτεται με περισσότερη κομματική «ξιφομαχία». Καλύπτεται μόνο όταν η πολιτική ξανασυναντήσει την κοινωνία.
