Ανδρέας Λοβέρδος στο “Delphi Economic Forum”: “Η Ελλάδα χρειάζεται μεταρρυθμίσεις με όραμα και πνοή”

Θέλω αμέσως να διευκρινήσω, πως ως επόμενη ημέρα εννοώ τόσο την μετά την πανδημία εποχή, αλλά και γενικά την επόμενη ημέρα της εκπαίδευσης, βάσει των αλλαγών που ήδη συντελούνται. Κι ακόμη, το θέμα απαιτεί την εκ προοιμίου διευκρίνιση, πως αυτή η επόμενη ημέρα αφορά μεν τις παγκόσμιες προκλήσεις, που συνδέονται όμως σταθερά και στενά με τις ανάγκες της εκπαίδευσης και της παιδείας στη χώρα μας. Θα μιλήσω εφ’ όλης της ύλης, αλλά πολύ συνοπτικά, γιατί το θέμα είναι τεράστιο και ιδιαίτερα επεξεργασμένο. 

 

Τα βασικά χαρακτηριστικά της εποχής είναι η έκρηξη της 4ης βιομηχανικής επανάστασης με την τεχνητή νοημοσύνη, τα δίκτυα 5G και τις τεράστιες αλλαγές που αυτή η έκρηξη επιφέρει στην οικονομία, στις διεθνείς σχέσεις, στις κοινωνίες, στα κράτη και τους διεθνείς οργανισμούς, στη διαμόρφωση των πολυπληροφορημένων ανθρώπων με τις συχνά μεγάλες δυσκολίες επεξεργασίας των πληροφοριών, τις κοινωνίες των σχολιαστών χωρίς την παραμικρή ιεραρχία αξιών και γνώσεων, όπως ωραία τις χαρακτήρισε ο πρόεδρος Μακρόν. 

 

Η παραδοσιακή διδασκαλία είναι αναντικατάστατη, αλλά η πανδημία μας έφερε πιο κοντά στην ψηφιακή εποχή και μας έδωσε δυνατότητες που δεν θα τις εγκαταλείψουμε. Οι εκπαιδευτικές πλατφόρμες έδωσαν στην εκπαίδευση νέα εργαλεία και δυνατότητες, που προφανώς ήλθαν για να μείνουν.

 

Για να αντιληφθούμε για ποιο θέμα συζητάμε, αρκεί να σκεφτούμε πως σε 20-30 χρόνια ένας μεγάλος αριθμός επαγγελμάτων θα έχει εξαφανιστεί. Κι αν πάμε πίσω από τα επαγγέλματα και συναντήσουμε το θέμα για το οποίο μιλώ, είναι πραγματικά κωμικό τα εκπαιδευτικά συστήματα να απαιτούν απομνημόνευση, όταν οι πληροφορίες και οι γνώσεις είναι παντού και αμέσως και πανεύκολα διαθέσιμες. Ποτέ έως τώρα οι πληροφορίες και οι γνώσεις δεν ήταν τόσο εύκολα διαθέσιμες, αλλά και με μηδαμινό κόστος. 

 

Τί πρέπει να κάνουμε λοιπόν; Θα μιλήσω, όπως έχω συνηθίσει στην πολιτική, δηλαδή με τρόπο σαφή και συγκεκριμένο:

 

Πρώτον, χρειαζόμαστε περισσότερα χρήματα για το εκπαιδευτικό μας σύστημα. Με βάση τις εκθέσεις του ΟΟΣΑ στα χρόνια της οικονομικής κρίσης σημειώθηκε σημαντική μείωση των δαπανών για την εκπαίδευση. Η αύξηση αυτή, όμως, δεν πρέπει να αφορά μόνο τους μισθούς των εργαζομένων σε αυτήν, αλλά τη διαμόρφωση υποδομών, που θα υποδεχτούν τους διαρκώς απαραίτητους και κατάλληλους εξοπλισμούς. Ως υπουργός Παιδείας, αλλά και Υγείας, είχα την ευκαιρία να πω πολλές φορές, και το επαναλαμβάνω και σήμερα, πως τα συστήματα παιδείας και υγείας στην Ελλάδα, δηλαδή τα συστήματα παροχής υπηρεσιών που αφορούν τα δύο βασικά δημόσια αγαθά, κακώς προσαρμόστηκαν πάνω στις ανάγκες των εργαζομένων σε αυτά και όχι πάνω στις ανάγκες των μαθητών και των πολιτών. 

 

Δεύτερον, απαιτείται η αναβάθμιση της επανακατάρτισης και της διαρκούς εκπαίδευσης, η οποία προκύπτει ως προφανής πραγματικότητα, που οφείλει να μεταλλάξει κάθε εκπαιδευτικό σύστημα, ιδίως ως προς τη νοοτροπία του. Οι εκπαιδευτικές πιστωτικές μονάδες αποκτούν ολοένα και μεγαλύτερη αξία. Πλέον, περισσότερο από την αποκτηθείσα γνώση, αυτό που έχει σημασία και αυτό στο οποίο η αγορά προσβλέπει περισσότερο είναι οι γενικές δεξιότητες, τα λεγόμενα soft skills, και βέβαια η ενδελεχής γνώση των ψηφιακών μέσων. Ταυτοχρόνως πρέπει να μην ξεχνάμε, πως πρέπει να εξαλείψουμε το πρόβλημα της ψηφιακής αναπηρίας, αλλά και να περιορίσουμε τις ψηφιακές ανισότητες.

 

Τρίτον, οι ανάγκες απαιτούν περισσότερη κριτική σκέψη, επαγωγικούς συλλογισμούς, αλλά και δυνατότητα επίλυσης σύνθετων καταστάσεων και προβλημάτων. Εδώ τα λόγια περιττεύουν.

 

Τέταρτον, η σύνδεση της εκπαίδευσης με την οικονομία ήταν ανέκαθεν ένας στόχος, αλλά και σε ένα βαθμό μια πραγματικότητα. Η σύνδεση αυτή πρέπει, όμως, να γίνει στενότερη και να αλλάξουν τα ποιοτικά της χαρακτηριστικά. Παραγωγική σκέψη, εφευρετικότητα, επιχειρηματικότητα πρέπει να αποτελέσουν ποιοτικούς κρίκους μιας εκπαίδευσης, που θα γίνει ατμομηχανή της ανάπτυξης, χωρίς βέβαια να χάνει το στόχο της αναπαραγωγής της γνώσης.

 

Πέμπτον, πρέπει να γίνει καθολική η ίδρυση ξενόγλωσσων προπτυχιακών τμημάτων στα πανεπιστήμια της χώρας, με δίδακτρα, και με φοιτητές που θα προέρχονται από χώρες εκτός ΕΕ. Είχα νομοθετήσει αυτή την επιλογή το 2014, για τα αντικείμενα του τουρισμού, της ναυτιλίας και της μελέτης της αρχαίας ελληνικής γραμματείας και ο ΣΥΡΙΖΑ ακύρωσε αυτή τη μεταρρύθμιση. Πρόκειται για μία πραγματική πρόκληση με εκπαιδευτικές, οικονομικές ακόμη και πολιτικές προεκτάσεις. Αυτή η μεταρρυθμιστική λογική πρέπει να επεκταθεί και γενικότερα στη μεταλυκειακή εκπαίδευση. Πόλεις όπως πχ η Κομοτηνή, η Θεσσαλονίκη, το Ηράκλειο, η Πάτρα πρέπει να κατακλυστούν από αλλοδαπούς φοιτητές.

 

Έκτον, η παροχή υπηρεσιών που αφορά το δημόσιο αγαθό της εκπαίδευσης πρέπει να στηρίζεται στην αξιοκρατία και να υπόκειται σε διαρκή αξιολόγηση.

 

Έβδομο, πρέπει το εκπαιδευτικό σύστημα της χώρας να συμβάλλει στην εθνική αυτογνωσία  

 

Όγδοο και τελευταίο σημείο της σημερινής μου εισήγησης είναι η αντιμετώπιση μέσω της εκπαίδευσης της έλλειψης ήθους. Τα σκουπίδια στους δρόμους και η απαράδεκτη διαχείριση των απορριμμάτων, η καταστροφή της δημόσιας περιουσίας, η αδιαφορία για την προστασία του περιβάλλοντος, ο μη σεβασμός στα ζώα, το παρκάρισμα στις ειδικές ράγες καθοδήγησης των τυφλών είναι αποτέλεσμα της κακής ανατροφής των παιδιών και της έλλειψης της σχετικής ηθοπαιδείας. Κι από την άλλη, η προστασία από μολυσματικές ασθένειες, η άθληση, η σεξουαλική διαπαιδαγώγηση πρέπει να αποτελέσουν αντικείμενα της εγκύκλιας τουλάχιστον εκπαίδευσης. Επειδή οι δράσεις αυτές δεν ενσωματώνονται εύκολα στα προγράμματα των σχολείων, θα πρέπει να αποτελέσουν αντικείμενο ειδικών προγραμμάτων, σε συνεργασία με αρμόδιους φορείς, όπως πχ οι αθλητικές ομοσπονδίες. Το εγχείρημα αυτό το έκανα πράξη ως υπουργός Παιδείας, μέσω του προγράμματος “Κοινωνικό Σχολείο”, αλλά το ισοπέδωσε ο ΣΥΡΙΖΑ. Κι αξίζει εδώ να θυμηθώ τον οραματιστή Αντώνη Τρίτση.

 

Η χώρα χρειάζεται μεταρρυθμίσεις με όραμα και πνοή. Με την εισήγησή μου έδωσα συγκεκριμένα παραδείγματα για το χώρο της εκπαίδευσης. 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ