ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ
Η βίαιη απολιγνιτοποίηση επί Μητσοτάκη: Γκρεμίζουν τους εκσκαφείς της ΔΕΗ πριν ολοκληρωθεί η ενεργειακή μετάβαση – Τα κρίσιμα ερωτήματα για τις κυβερνητικές επιλογές
Η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν είχε επιβάλει στην Ελλάδα συγκεκριμένη υποχρέωση να κλείσει τις λιγνιτικές μονάδες της έως το 2026. Η ευρωπαϊκή πολιτική προβλέπει δεσμευτικούς στόχους μείωσης των εκπομπών και κλιματική ουδετερότητα έως το 2050
Γαβρής Άγγελος – Ρεπορτάζ
Μετά τη Δυτική Μακεδονία, σειρά έχει η Μεγαλόπολη. Οι εικόνες που κυκλοφορούν στο διαδίκτυο από τη διάλυση γιγαντιαίων εκσκαφέων της ΔΕΗ, οι οποίοι επί δεκαετίες τροφοδοτούσαν με λιγνίτη τις μονάδες ηλεκτροπαραγωγής, αποτυπώνουν το τέλος μιας ολόκληρης βιομηχανικής εποχής. Παράλληλα, επαναφέρουν ένα μείζον πολιτικό ζήτημα: Γιατί η κυβέρνηση Μητσοτάκη επέλεξε τόσο γρήγορη απολιγνιτοποίηση, χωρίς προηγουμένως να έχει ολοκληρωθεί η ανάπτυξη επαρκών υποδομών αποθήκευσης ηλεκτρικής ενέργειας;
Οι εκσκαφείς που απομακρύνονται δεν αποτελούν απλώς παλαιό βιομηχανικό εξοπλισμό. Συνδέονται με μια ολόκληρη παραγωγική δραστηριότητα, η οποία στήριξε την ενεργειακή επάρκεια της χώρας, χιλιάδες θέσεις εργασίας και την οικονομική ζωή της Μεγαλόπολης και της Δυτικής Μακεδονίας. Η οριστική απομάκρυνσή τους αποκτά ιδιαίτερη σημασία, καθώς περιορίζει τη δυνατότητα επαναχρησιμοποίησης των συγκεκριμένων εγκαταστάσεων.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν επέβαλε στην Ελλάδα απολιγνιτοποίηση το 2026
Εδώ βρίσκεται μία από τις σημαντικότερες πτυχές της υπόθεσης. Η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν είχε επιβάλει στην Ελλάδα συγκεκριμένη υποχρέωση να κλείσει τις λιγνιτικές μονάδες της έως το 2026. Η ευρωπαϊκή πολιτική προβλέπει δεσμευτικούς στόχους μείωσης των εκπομπών και κλιματική ουδετερότητα έως το 2050, χωρίς να καθορίζει ενιαία ημερομηνία απολιγνιτοποίησης για όλα τα κράτη-μέλη.
Η κυβέρνηση Μητσοτάκη ανακοίνωσε το 2019 την απολιγνιτοποίηση έως το 2028, ενώ ο σχεδιασμός προέβλεπε ακόμη ταχύτερη απόσυρση των περισσότερων υφιστάμενων μονάδων. Το 2022, ο εθνικός κλιματικός νόμος κατοχύρωσε την 31η Δεκεμβρίου 2028 ως καταληκτική ημερομηνία για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας από στερεά ορυκτά καύσιμα, με δυνατότητα επίσπευσης υπό προϋποθέσεις ενεργειακής ασφάλειας.
Ωστόσο, η ΔΕΗ έχει θέσει ως επιχειρησιακό στόχο την ολοκλήρωση της απολιγνιτοποίησης ήδη από το 2026, δηλαδή δύο χρόνια πριν από το όριο του ελληνικού σχεδιασμού. Πρόκειται για επιλογή που δεν υπαγορεύεται από κάποια συγκεκριμένη ευρωπαϊκή προθεσμία του 2026.
Η προειδοποίηση του ΑΔΜΗΕ για την ενεργειακή επάρκεια
Το ζήτημα γίνεται ακόμη σοβαρότερο υπό το πρίσμα των επισημάνσεων για την ασφάλεια του ηλεκτρικού συστήματος. Τον Απρίλιο του 2026 δημοσιοποιήθηκαν πληροφορίες σύμφωνα με τις οποίες ο ΑΔΜΗΕ εισηγήθηκε τη διατήρηση της λιγνιτικής μονάδας «Πτολεμαΐδα 5» τουλάχιστον έως το τέλος του 2027, επικαλούμενος κινδύνους για την επάρκεια ηλεκτροδότησης.
Σύμφωνα με τις ίδιες πληροφορίες, ο περιορισμένος αριθμός εγκαταστάσεων αποθήκευσης που είχαν ολοκληρωθεί δεν εξασφάλιζε επαρκή κάλυψη των αναγκών κατά τη χειμερινή περίοδο. Η Ελλάδα διαθέτει μεν υδροηλεκτρική αποθήκευση και αναπτύσσει νέες τεχνολογίες, αλλά η απαιτούμενη πρόσθετη αποθηκευτική ισχύς δεν είχε ακόμη αναπτυχθεί πλήρως.
Επομένως, το ερώτημα δεν αφορά την αναγκαιότητα της πράσινης μετάβασης, αλλά τη σειρά με την οποία πραγματοποιείται. Γιατί επισπεύδεται η οριστική εγκατάλειψη εγχώριων ενεργειακών υποδομών πριν ολοκληρωθούν οι εναλλακτικές δυνατότητες παραγωγής, αποθήκευσης και εξασφάλισης επάρκειας;
Το φυσικό αέριο, οι μεγάλοι ενεργειακοί όμιλοι και οι λογαριασμοί των πολιτών
Η ταχεία υποχώρηση του λιγνίτη συνοδεύτηκε από αυξημένη σημασία του φυσικού αερίου στο ελληνικό ενεργειακό σύστημα, παράλληλα με τη σημαντική ανάπτυξη των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας. Το φυσικό αέριο, όμως, αποτελεί σε μεγάλο βαθμό εισαγόμενο καύσιμο, με τιμές εκτεθειμένες στις διεθνείς αγορές και στις γεωπολιτικές αναταράξεις.
Την ίδια στιγμή, η λειτουργία της χονδρεμπορικής αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας, όπου οι ακριβότερες μονάδες που απαιτούνται για την κάλυψη της ζήτησης μπορούν να καθορίζουν την οριακή τιμή, έχει προκαλέσει έντονη συζήτηση για το κόστος που μεταφέρεται στους καταναλωτές.
Η Ελλάδα έχει αντιμετωπίσει περιόδους ιδιαίτερα υψηλών χονδρεμπορικών τιμών ηλεκτρικής ενέργειας, αν και οι τελικές τιμές για τα νοικοκυριά δεν κατατάσσονται σταθερά στις υψηλότερες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η διάκριση αυτή είναι κρίσιμη, όπως και το γεγονός ότι η υψηλή συγκέντρωση της αγοράς δεν αποδεικνύει αυτομάτως παράνομη σύμπραξη επιχειρήσεων.
Παραμένει, ωστόσο, ουσιαστικό το πολιτικό ερώτημα: Ποιοι ωφελούνται οικονομικά από την επιτάχυνση της απολιγνιτοποίησης και κατά πόσο η ενεργειακή πολιτική διασφαλίζει πραγματικό ανταγωνισμό, χαμηλότερες τιμές και προστασία των καταναλωτών;
Η διερεύνηση του ρόλου των μεγάλων παραγωγών, των προμηθευτών και των επενδυτικών κεφαλαίων στην ελληνική αγορά ενέργειας αποτελεί ζήτημα δημόσιου συμφέροντος. Οποιαδήποτε καταγγελία περί καρτέλ, πάντως, απαιτεί συγκεκριμένα στοιχεία και έλεγχο από τις αρμόδιες αρχές ανταγωνισμού.
Η ΔΕΗ επικαλείται το κόστος – Ποιος αποτιμά το κόστος της μετάβασης;
Η ΔΕΗ υποστηρίζει ότι η λιγνιτική ηλεκτροπαραγωγή έχει καταστεί οικονομικά μη ανταγωνιστική, κυρίως λόγω του υψηλού κόστους δικαιωμάτων εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα. Για τους παλαιούς εκσκαφείς που απομακρύνονται, η επιχείρηση έχει επίσης επικαλεστεί τη φθορά, την παλαιότητα και την ανάγκη ασφαλούς αποκατάστασης των πρώην ορυχείων.
Αυτά τα επιχειρήματα αποτελούν μέρος της συζήτησης, αλλά δεν εξαντλούν την ανάγκη συνολικής αποτίμησης της ενεργειακής μετάβασης. Το οικονομικό κόστος μιας λιγνιτικής μονάδας είναι μετρήσιμο. Εξίσου αναγκαίο, όμως, είναι να υπολογιστούν το κόστος των εισαγωγών ενέργειας, οι επενδύσεις σε νέες υποδομές, οι συνέπειες για την απασχόληση και η αξία της διατήρησης επαρκών εφεδρειών.
Μεγαλόπολη και Δυτική Μακεδονία: Η μετάβαση κρίνεται στην πράξη
Για τις λιγνιτικές περιοχές, η απολιγνιτοποίηση δεν αποτελεί αφηρημένη περιβαλλοντική πολιτική. Συνδέεται με την απώλεια παραγωγικών δραστηριοτήτων, τη μεταβολή της τοπικής απασχόλησης και την ανάγκη δημιουργίας νέων θέσεων εργασίας.
Η κυβέρνηση οφείλει να παρουσιάσει μετρήσιμα αποτελέσματα για τις επενδύσεις που έχουν υλοποιηθεί, τις θέσεις εργασίας που έχουν δημιουργηθεί και το χρονοδιάγραμμα ολοκλήρωσης των ενεργειακών υποδομών που θα αντικαταστήσουν την παραγωγή από λιγνίτη.
Κυρίως, οφείλει να εξηγήσει γιατί επιλέχθηκε η επίσπευση της απολιγνιτοποίησης σε σχέση με τον αρχικό ορίζοντα του 2028, ενώ εξακολουθούν να διατυπώνονται επιφυλάξεις για την επάρκεια του συστήματος.
Οι εικόνες από τη Μεγαλόπολη επαναφέρουν αυτή τη συζήτηση με τον πιο χαρακτηριστικό τρόπο. Την ώρα που οι γιγαντιαίοι εκσκαφείς οδηγούνται στη διάλυση, η ολοκλήρωση των νέων υποδομών αποθήκευσης και η διασφάλιση της ενεργειακής επάρκειας παραμένουν ανοιχτά ζητήματα. Και η κυβέρνηση Μητσοτάκη καλείται να λογοδοτήσει για το χρονοδιάγραμμα και τις συνέπειες των επιλογών της, όχι απλώς για τους περιβαλλοντικούς στόχους που επικαλείται.
