ΓΝΩΜΕΣ
Με τους διαχειριστές της δυστυχίας ή με τους εμπόρους της οργής;
Οι κοινωνίες δε μετατοπίζονται πάντα πολιτικά επειδή πείστηκαν από κάτι καινούργιο. Συχνά μετακινούνται επειδή θέλουν να τιμωρήσουν κάτι παλιό και οταν το πολιτικό σύστημα δεν μπορεί να εγγυηθεί μια καλύτερη ζωή, ανοίγει τον δρόμο σε όσους επενδύουν στον θυμό, τον φόβο και την εκδίκηση.
Γράφει ο Κωνσταντίνος Ταχτσίδης
Η κυβερνητική αφήγηση των τελευταίων χρόνων χτίστηκε πάνω σε μία λέξη, τη σταθερότητα.
Αυτό λειτούργησε εκλογικά επειδή απευθυνόταν σε μια κοινωνία εξουθενωμένη από μνημόνια, κρίσεις και τον αβάσταχτο θόρυβο που δημιουργούσε η αντιπολίτευση της ΝΔ του Κυριάκου Μητσοτάκη, του Άδωνη Γεωργιάδη και των ΜΜΕ.
Η σταθερότητα όμως έχει μια ιδιότητα που είναι αυταπόδεικτη.
Σταθεροποιεί ό,τι βρίσκει.
Και αυτό που στην ουσία σταθεροποίησε ήταν μισθοί που δεν φτάνουν ως το τέλος του μήνα, ενοίκια που διώχνουν τους νέους από τις γειτονιές όπου μεγάλωσαν, δημόσια νοσοκομεία που λειτουργούν χάρη στην αυταπάρνηση του προσωπικού τους και μια ακρίβεια που από έκτακτο φαινόμενο έγινε μόνιμος τρόπος ζωής.
Έτσι εδώ και 8 χρόνια έχουν δημιουργηθεί δύο χώρες.
Η πρώτη ανέκτησε την επενδυτική βαθμίδα, διαφημίζει ρεκόρ τουρισμού και ρυθμούς ανάπτυξης πάνω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Η δεύτερη παραμένει στις τελευταίες θέσεις της Ε.Ε. σε πραγματική αγοραστική δύναμη.
Η πρώτη ζει στα δελτία ειδήσεων και στα κυβερνητικά non papers.
Η δεύτερη ζει με την απόδειξη του σούπερ μάρκετ και του λογαριασμού ρεύματος.
Η δυσπιστία είναι πολιτικό προϊόν
Το «σύστημα» στην Ελλάδα δεν είναι κάποια μυστική λέσχη, αλλά κυρίως ,πλέον, μια βαθιά εμπεδωμένη βεβαιότητα, ότι «έτσι είναι τα πράγματα και κάπως έτσι θα συνεχίσουν».
Ο μισθός θα τελειώνει στα μέσα του μήνα.
Το ενοίκιο θα ανεβαίνει.
Το σούπερ μάρκετ θα γίνεται απλησίαστο.
Το κράτος θα είναι σχολαστικό όταν απαιτεί και αφηρημένο όταν οφείλει.
Και κάπου ανάμεσα στους λογαριασμούς κάποιος τηλεπωλητής του κυβερνητικού έργου θα σου εξηγεί στα τηλεπαράθυρα ότι «η οικονομία πηγαίνει περίφημα» και ότι η ζωή στην ηλιόλουστη Ελλάδα είναι «ζάχαρη».
Όμως “η οικονομία μπορεί να πηγαίνει καλά” χωρίς να πηγαίνει καλά η κοινωνία και η σύγχρονη πολιτική διαχείριση δεν υπόσχεται πλέον ευημερία, αλλά ότι θα αποφύγουμε τα χειρότερα καθώς το μεταπολεμικό όραμα ενός καλύτερου μέλλοντος αντικαταστάθηκε από μια μόνιμη κρίση, όπου τίποτα δεν είναι ορατό και τα πάντα κρέμονται από μια κλωστή.
Ο κόσμος δεν γεννήθηκε δύσπιστος, εκπαιδεύτηκε στη δυσπιστία.
Έμαθε ότι οι μεγάλες αποτυχίες είναι «διαχρονικές παθογένειες».
Ότι η ευθύνη μπορεί να μοιραστεί τόσο πολύ ώστε στο τέλος να μην ανήκει σε κανέναν.
Και έτσι η εξουσία έχει αποκτήσει το προνόμιο, να περιγράφει τα προβλήματα σαν να μην έχει καμία σχέση με τη δημιουργία τους.
Κάπως έτσι γεννιέται το «όλοι ίδιοι είναι».
Όχι ως συμμετοχή στα κοινά, αλλά ως εξάντληση.
Και όταν μια κοινωνία πάψει να διακρίνει τις πολιτικές και ιδεολογικές διαφορές, οι έμποροι της οργής αποκτούν τεράστιο πλεονέκτημα.
Η Ακροδεξιά δε προσφέρει λύσεις, κατασκευάζει εχθρούς
Η ακροδεξιά δεν έχει ως στόχο να λύσει κανένα πρόβλημα, το μόνο που χρειάζεται είναι να αποδώσει στο “πρόβλημα” σε πρόσωπα.
Ο μισθός δεν φτάνει; Φταίει κάποιος.
Η δημόσια υγεία καταρρέει; Φταίει κάποιος.
Η ζωή σου έγινε πιο δύσκολη; Κάποιος σου την έκλεψε.
Η πολιτική μετατρέπεται έτσι από πεδίο σύγκρουσης συμφερόντων σε κυνήγι ενόχων.
Και οι ένοχοι είναι σχεδόν πάντα οι πιο αδύναμοι.
Ο μετανάστης, ο φτωχός, ο διαφορετικός, η γυναίκα, οι νέοι που δε θέλουν να δουλέψουν, ο «τεμπέλης που ζει με επιδόματα», οποιοσδήποτε δεν έχει αρκετή δύναμη και οργάνωση ώστε να απαντήσει.
Η ακροδεξιά σπάνια χτυπά προς τα πάνω, προς τις ελίτ που δημιουργούν το πρόβλημα. Προτιμά να στρέφει την οργή προς τα κάτω, εκεί όπου το κόστος της σύγκρουσης είναι μικρότερο και τα θύματα πιο εύκολα.
Ποτέ δε θα μπορέσει να αυξήσει τον μισθό σου, μπορεί όμως να αυξήσει την αδρεναλίνη σου.
Ποτέ δε θα σου προσφέρει ένα καλύτερο μέλλον, μπορεί όμως εύκολα να κατασκευάσει έναν εχθρό.
Οι δύο πλευρές του ίδιου αδιεξόδου
Το φθαρμένο σύστημα και το κούφιο αντισύστημα μοιάζουν εχθροί αλλά επιβιώνουν συμβιωτικά μαζί.
Το πρώτο χρειάζεται έναν ακραίο αντίπαλο για να εμφανίζεται ως η επιλογή της «σταθερότητας».
Το δεύτερο χρειάζεται ένα φθαρμένο σύστημα πουλάει οργή χωρίς να απειλεί πραγματικά τίποτα..
Ο ένας κυβερνά με τον φόβο του χάους.
Ο άλλος πολιτεύεται υποσχόμενος το χάος ως λύτρωση.
Η κοινωνία δεν καλείται πλέον να αποφασίσει πώς θέλει να ζήσει, αλλά να αποφασίσει τι φοβάται περισσότερο, γιατί το πιο επικίνδυνο συναίσθημα δεν είναι ο θυμός, αλλά η παραίτηση.
Η δημοκρατία αρχίζει να χάνει τη δύναμή της όταν οι πολίτες σταματούν να απαιτούν το καλύτερο και αρκούνται στο λιγότερο κακό.
Όταν δεν περιμένουν να αλλάξει η ζωή τους αλλά απλώς να μην καταρρεύσει εντελώς.
Οι κοινωνίες δεν αποπολιτικοποιούνται επειδή δεν έχουν προβλήματα, αλλά όταν πείθονται ότι κανένα πρόβλημα δεν λύνεται πολιτικά.
Εκεί ακριβώς βρίσκεται σήμερα το κενό εκπροσώπησης.
Ανάμεσα σε εκείνους που έμαθαν να διαχειρίζονται τη δυστυχία και σε εκείνους που έμαθαν να εμπορεύονται την οργή και το φόβο.
Η απάντηση δεν μπορεί να είναι ούτε καλύτερη διαχείριση της παραίτησης ούτε η οργή χωρίς κατεύθυνση καθώς η πολιτική έχει νόημα μόνο όταν ξανακάνει κάτι που σχεδόν ξεχάσαμε ότι είναι δουλειά της, να διευρύνει τις δυνατότητες των ανθρώπων να ζήσουν καλύτερα και όχι απλώς να τεστάρει την αντοχή τους σε μια ζωή που γίνεται όλο και δυσκολότερη.
Εδώ θα κριθεί και η Προοδευτική Παράταξη.
Όχι στο αν μπορεί να διαχειριστεί λίγο πιο ανθρώπινα την ίδια ανασφάλεια, αλλά στο αν μπορεί να κάνει ξανά την πολιτική εργαλείο βελτίωσης της ζωής.
Με κοινωνική κατοικία, ισχυρές συλλογικές συμβάσεις, δημόσια υγεία, αντιμετώπιση των καρτέλ και μισθούς που σου επιτρέπουν να ζεις και όχι απλώς να επιβιώνεις.
Γιατί όταν η δημοκρατική πολιτική παραιτείται από την υπόσχεση μιας καλύτερης ζωής, αφήνει πίσω της ένα κενό και αυτό το κενό δεν μένει ποτέ άδειο.
Το γεμίζει η ακροδεξιά με φόβο, θυμό και κατασκευασμένους εχθρούς.
Η απάντηση, λοιπόν, δεν είναι να ζητάμε από τους ανθρώπους περισσότερη αντοχή, αλλά να τους δώσουμε ξανά λόγο να περιμένουν περισσότερα από τη ζωή τους και να τα διεκδικούν. Διαφορετικά, θα συνεχίσουμε να επιλέγουμε ανάμεσα σε εκείνους που διαχειρίζονται τη δυστυχία και σε εκείνους που εμπορεύονται την οργή.
