ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗ
Τεχνητή Νοημοσύνη: Η τεχνολογική ανάπτυξη δεν μπορεί να προχωρά ερήμην της κοινωνίας
Η τεχνολογική πρόοδος δεν είναι πολιτικά ουδέτερη. Και όταν η ταχύτητα της Τεχνητής Νοημοσύνης ξεπερνά την ικανότητα των δημοκρατικών θεσμών να θέσουν κανόνες, τότε το ζήτημα παύει να αφορά αποκλειστικά τους μηχανικούς και τις εταιρείες τεχνολογίας. Μετατρέπεται σε ζήτημα δημοκρατίας, κοινωνικής δικαιοσύνης και δημόσιου συμφέροντος.
Αυτή είναι η ουσία της παρέμβασης του Διευθύνοντος Συμβούλου της ΔΑΕΜ Α.Ε. του Δήμου Αθηναίων, Λάζαρου Καραούλη, στο άρθρο του με τίτλο «Πατήστε “Pause”: Γιατί η τεχνολογική ανάπτυξη δεν μπορεί να προχωρά ερήμην της κοινωνίας», που δημοσιεύθηκε στον Αθήνα 9.84 στις 2 Σεπτεμβρίου. Ο Καραούλης περιγράφει την αυξανόμενη ασυμμετρία ανάμεσα στην εκθετική εξέλιξη της τεχνολογίας και στους πολύ βραδύτερους ρυθμούς με τους οποίους κινούνται τα κοινοβούλια, οι κυβερνήσεις και οι διεθνείς οργανισμοί.
Το «Pause» δεν σημαίνει επιστροφή στο παρελθόν
Η πολιτική αξία της τοποθέτησης βρίσκεται ακριβώς εδώ: το αίτημα για ένα «Pause» δεν συνιστά τεχνοφοβία ούτε άρνηση της καινοτομίας. Είναι η απαίτηση μιας δημοκρατικής κοινωνίας να αποκτήσει τον χρόνο και τα εργαλεία για να αποφασίσει ποια τεχνολογία θέλει, με ποιους κανόνες θα λειτουργεί, ποιος θα λογοδοτεί για τις συνέπειές της και κυρίως ποιος θα καρπώνεται τα οφέλη της.
Διότι πίσω από τη συζήτηση για εντυπωσιακά μοντέλα Τεχνητής Νοημοσύνης υπάρχει μια πολύ πιο πεζή κοινωνική πραγματικότητα: θέσεις εργασίας που μετασχηματίζονται ή απειλούνται, προσωπικά δεδομένα που αποκτούν τεράστια οικονομική αξία, ενεργειακοί και υδάτινοι πόροι που καταναλώνονται και ιδιωτικές εταιρείες που συγκεντρώνουν πρωτοφανή τεχνολογική ισχύ. Το πραγματικό ερώτημα, επομένως, δεν είναι εάν θα υπάρξει τεχνολογική πρόοδος. Είναι ποιος θα την ελέγχει και προς όφελος ποιου θα λειτουργεί.
Εδώ ακριβώς αναδεικνύεται και μια σύγχρονη προοδευτική πολιτική ατζέντα. Η καινοτομία δεν μπορεί να σημαίνει κοινωνική απορρύθμιση. Η παραγωγικότητα δεν μπορεί να μεταφράζεται αυτομάτως σε μεγαλύτερη συγκέντρωση πλούτου και ισχύος. Και η Τεχνητή Νοημοσύνη δεν μπορεί να μετατραπεί σε έναν ακόμη μηχανισμό με τον οποίο η κοινωνία καλείται εκ των υστέρων να προσαρμοστεί σε αποφάσεις που έχουν ήδη λάβει οι ισχυρότεροι παίκτες της αγοράς.
Αποκτά, μάλιστα, ιδιαίτερη σημασία ότι αυτή η συζήτηση τίθεται από τον επικεφαλής της ΔΑΕΜ, του τεχνολογικού και ψηφιακού βραχίονα του Δήμου Αθηναίων. Διότι η έξυπνη πόλη δεν μπορεί να είναι απλώς μια πόλη με περισσότερους αισθητήρες, αλγορίθμους και αυτοματισμούς. Οφείλει να είναι μια πόλη στην οποία η τεχνολογία ενισχύει τη διαφάνεια, βελτιώνει τις δημόσιες υπηρεσίες, προστατεύει τα δικαιώματα και περιορίζει –αντί να διευρύνει– τις κοινωνικές ανισότητες.
Σε αυτό το πεδίο μπορεί να κριθεί και ένα διαφορετικό μοντέλο προοδευτικής Αυτοδιοίκησης: όχι ένας δήμος παθητικός καταναλωτής τεχνολογικών προϊόντων, αλλά ένας δημοκρατικός θεσμός που θέτει προϋποθέσεις, απαιτεί λογοδοσία και χρησιμοποιεί την καινοτομία ως εργαλείο κοινωνικής πολιτικής. Η ψηφιακή μετάβαση έχει νόημα όταν ο πολίτης βρίσκεται στο κέντρο της και όχι όταν ο άνθρωπος μετατρέπεται σε απλό δεδομένο ενός αλγοριθμικού συστήματος.
Το κρίσιμο πολιτικό δίλημμα της εποχής, λοιπόν, δεν είναι «τεχνολογία ή όχι τεχνολογία». Είναι εάν η τεχνολογική επανάσταση θα εξελιχθεί με δημοκρατικούς κανόνες ή εάν οι κοινωνίες θα κληθούν απλώς να αποδεχθούν τα τετελεσμένα της. Η Τεχνητή Νοημοσύνη μπορεί να αποτελέσει τεράστιο εργαλείο προόδου. Αλλά πρόοδος χωρίς δημοκρατικό έλεγχο, κοινωνική προστασία και ανθρώπινη συμμετοχή κινδυνεύει να γίνει πρόοδος μόνο για τους λίγους.
Και αυτό είναι ίσως το ισχυρότερο πολιτικό μήνυμα της παρέμβασης: δεν χρειάζεται να σταματήσουμε το μέλλον. Χρειάζεται να διασφαλίσουμε ότι το μέλλον θα εξακολουθήσει να ανήκει στην κοινωνία.
Πηγή: Αθήνα 9.84, «Πατήστε “Pause”: Γιατί η τεχνολογική ανάπτυξη δεν μπορεί να προχωρά ερήμην της κοινωνίας», Λάζαρος Καραούλης, 2 Σεπτεμβρίου 2026.
