ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ
ΔΕΘ 2026: Τα δισ. του Μητσοτάκη και η αλήθεια πίσω από τα “Θα” και τα περί “αυτοδυναμίας”
Γράφει ο Γαβρής Αγγελος – Δημοσιογράφος/ Πολιτικός Αναλυτής
Οι εξαγγελίες των 2,2 δισ., τα μεγάλα «θα» έως το 2028 , η πραγματικότητα της ακρίβειας που δεν χωρά στα κυβερνητικά γραφήματα,και ο φόβος της ΝΔ για ήττα στις εκλογές που πλέον είναι φανερός σε όλους
Η κυβέρνηση θα επιχειρήσει τις επόμενες ημέρες να μετατρέψει τις εξαγγελίες του Κυριάκου Μητσοτάκη από το βήμα της ΔΕΘ σε αφήγημα «μεγάλης αλλαγής» για τα εισοδήματα. Τα πρωτοσέλιδα θα γεμίσουν με τα 2,2 δισ. ευρώ, τα 400 ευρώ στους συνταξιούχους, τα 500 ευρώ στους δημοσίους υπαλλήλους, τις φορολογικές ελαφρύνσεις, το νέο «Σπίτι μου 3» και τον κατώτατο μισθό των 1.000 ευρώ.
Τα μέτρα είναι υπαρκτά και ορισμένα έχουν θετικό αποτύπωμα για τους δικαιούχους τους. Αυτό, όμως, απέχει σημαντικά από την εικόνα συνολικής ανατροπής που επιχείρησε να οικοδομήσει το Μέγαρο Μαξίμου. Διότι πίσω από το συνολικό ποσό των 2,2 δισ. βρίσκεται ένα πολύ πιο δύσκολο ερώτημα: πόσα από αυτά τα χρήματα θα μεταφραστούν τελικά σε πραγματική βελτίωση της καθημερινότητας;
Το εισόδημα δεν μετριέται στο Βελλίδειο – μετριέται στο τέλος του μήνα
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης μίλησε για ενίσχυση των εισοδημάτων, όμως ο πραγματικός δείκτης για ένα νοικοκυριό δεν είναι ο ονομαστικός μισθός. Είναι όσα απομένουν αφού πληρωθούν ενοίκιο ή στεγαστικό δάνειο, σούπερ μάρκετ, ηλεκτρικό ρεύμα, καύσιμα και οι υπόλοιπες ανελαστικές δαπάνες.
Αυτή ακριβώς είναι η μεγάλη αδυναμία του κυβερνητικού αφηγήματος. Μπορεί ένας εργαζόμενος να βλέπει περισσότερα ευρώ στη μισθοδοσία του, αλλά εάν τα βασικά έξοδα εξακολουθούν να απορροφούν δυσανάλογα μεγάλο μέρος του εισοδήματός του, η βελτίωση στα χαρτιά δεν συνεπάγεται αντίστοιχη βελτίωση του βιοτικού επιπέδου.
Η κυβέρνηση, συνεπώς, έχει κάθε δικαίωμα να παρουσιάζει τις αυξήσεις που προγραμματίζει. Δεν μπορεί όμως να θεωρεί ότι η συζήτηση για την απώλεια αγοραστικής δύναμης τελειώνει εκεί.
Τα 1.000 ευρώ του 2028 και η καθημερινότητα του 2026
Χαρακτηριστικότερο παράδειγμα είναι ο κατώτατος μισθός. Ο πρωθυπουργός δεσμεύθηκε για 950 ευρώ το 2027 και 1.000 ευρώ το 2028.
Μόνο που οι εργαζόμενοι δεν ζουν στο 2028. Ζουν σήμερα.
Και μέχρι να φτάσει εκείνη η χρονιά θα έχουν μεσολαβήσει δύο ακόμη χρόνια ενοικίων, τροφίμων, ενέργειας και συνολικού κόστους ζωής. Το κρίσιμο επομένως δεν είναι μόνο εάν ο αριθμός στη μισθοδοσία θα γράφει «1.000». Είναι τι θα μπορούν να αγοράσουν αυτά τα 1.000 ευρώ το 2028.
Ακριβώς εδώ βρίσκεται και το πολιτικό όριο των εξαγγελιών: η αύξηση των ονομαστικών αποδοχών αποτελεί πρόοδο μόνο στον βαθμό που υπερβαίνει την αύξηση του κόστους ζωής και δημιουργεί πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα.
«Σπίτι μου 3»: Χρηματοδοτείται η αγορά, αλλά πού είναι τα περισσότερα σπίτια;
Στο στεγαστικό, η κυβέρνηση επιμένει στο μοντέλο των προγραμμάτων τύπου «Σπίτι μου», επιχειρώντας να διευκολύνει την πρόσβαση συγκεκριμένων κατηγοριών πολιτών στην ιδιοκατοίκηση.
Το πρόβλημα είναι ότι η ελληνική στεγαστική κρίση δεν αποτελεί μόνο πρόβλημα πρόσβασης στη χρηματοδότηση. Είναι πρωτίστως ζήτημα διαθέσιμης και οικονομικά προσιτής κατοικίας.
Όταν η προσφορά παραμένει περιορισμένη, η πρόσθετη χρηματοδότηση της ζήτησης δεν αποτελεί από μόνη της λύση. Αντιθέτως, χωρίς παράλληλη αύξηση του διαθέσιμου στεγαστικού αποθέματος, υπάρχει ο κλασικός οικονομικός κίνδυνος μέρος της κρατικής στήριξης να ενσωματωθεί τελικά στις τιμές των ακινήτων.
Η πραγματική στεγαστική πολιτική, επομένως, απαιτεί περισσότερα: κοινωνική και προσιτή κατοικία, αξιοποίηση δημόσιων και κλειστών ακινήτων, κίνητρα για μακροχρόνια μίσθωση και ουσιαστική παρέμβαση εκεί όπου η αγορά έχει καταστήσει τη στέγη απαγορευτική για μεγάλο μέρος της νέας γενιάς.
Φοροελαφρύνσεις, αλλά ο ΦΠΑ παραμένει στο ταμείο
Ανάλογη προσοχή χρειάζεται και στην κυβερνητική εξαγγελία περί μείωσης των φόρων. Οι φορολογικές ελαφρύνσεις είναι θετικές για όσους ωφελούνται. Η συνολική φορολογική επιβάρυνση ενός νοικοκυριού, όμως, δεν εξαντλείται στον φόρο εισοδήματος.
Για τα χαμηλά και μεσαία εισοδήματα ιδιαίτερη σημασία έχουν οι έμμεσοι φόροι, επειδή επιβάλλονται στην καθημερινή κατανάλωση. Το νοικοκυριό πληρώνει ΦΠΑ όταν αγοράζει τρόφιμα, προϊόντα και υπηρεσίες ανεξαρτήτως του πόσο άνετα ή δύσκολα βγαίνει ο μήνας.
Επομένως, το ερώτημα δεν είναι απλώς εάν «μειώθηκαν φόροι». Είναι ποιος ωφελείται, κατά πόσο και ποιος εξακολουθεί να σηκώνει το μεγαλύτερο βάρος σε σχέση με το εισόδημά του.
Η Ελλάδα αναπτύσσεται – αλλά παραμένει στο 68% του ευρωπαϊκού μέσου όρου
Εδώ βρίσκεται ίσως η μεγαλύτερη αντίφαση της εικόνας που παρουσίασε ο πρωθυπουργός.
Η ελληνική οικονομία πράγματι καταγράφει ρυθμούς ανάπτυξης υψηλότερους από εκείνους της Ευρωζώνης. Αυτό αποτελεί πραγματικό οικονομικό δεδομένο και δεν υπάρχει λόγος να υποβαθμίζεται.
Υπάρχει όμως και το άλλο δεδομένο: σύμφωνα με τις προκαταρκτικές εκτιμήσεις της Eurostat για το 2025, το κατά κεφαλήν ΑΕΠ της Ελλάδας σε όρους αγοραστικής δύναμης βρισκόταν μόλις στο 68% του μέσου όρου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με την Ελλάδα και τη Βουλγαρία στις τελευταίες θέσεις.
Και αυτό αλλάζει τη συζήτηση.
Διότι το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι πλέον μόνο πόσο αναπτύσσεται η οικονομία, αλλά πώς κατανέμεται το αποτέλεσμα αυτής της ανάπτυξης. Πόσο αυξάνεται το πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα; Πόσο ευκολότερα βρίσκει σπίτι ένας νέος; Πόσο μικρότερο μέρος του μισθού εξαφανίζεται στο σούπερ μάρκετ; Πόσο καλύτερες δημόσιες υπηρεσίες λαμβάνει ο πολίτης;
Η απόσταση από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο δείχνει ότι η κυβερνητική περιγραφή μιας οικονομίας που έχει αφήσει οριστικά πίσω της τις μεγάλες δυσκολίες δεν συμβαδίζει ακόμη με το επίπεδο ευημερίας του μέσου πολίτη.
Τα 2,2 δισ. δεν είναι «ψίχουλα» – αλλά ούτε λύνουν το πρόβλημα
Θα ήταν εύκολο αλλά και ανακριβές να χαρακτηριστεί το πακέτο των 2,2 δισ. ευρώ αμελητέο. Δεν είναι.
Η ίδια η κυβέρνηση, άλλωστε, διαθέτει σημαντικότερο δημοσιονομικό περιθώριο λόγω της πορείας των δημόσιων οικονομικών, με το πρωτογενές πλεόνασμα του 2026 να εκτιμάται περί το 4% του ΑΕΠ, σύμφωνα με τα στοιχεία που επικαλείται το Reuters.
Επομένως, η ουσιαστική πολιτική αντιπαράθεση αρχίζει ακριβώς εδώ: όχι στο εάν η κυβέρνηση «έδωσε χρήματα», αλλά στο πού επέλεξε να κατευθύνει τον διαθέσιμο δημοσιονομικό χώρο και ποια προβλήματα επιχειρεί πραγματικά να αντιμετωπίσει.
Μια κυβέρνηση μπορεί να μοιράσει επιδόματα, φορολογικές ελαφρύνσεις και ενισχύσεις. Μια διαφορετική φιλοσοφία οικονομικής πολιτικής επιχειρεί παράλληλα να μεταβάλει τις ίδιες τις συνθήκες που παράγουν την ανασφάλεια: το κόστος της στέγης, τη σχέση μισθών και τιμών, την ποιότητα των δημόσιων υπηρεσιών, τη φορολογική δικαιοσύνη και τις προοπτικές της νέας γενιάς.
Η επόμενη ημέρα της ΔΕΘ θα κριθεί στο πορτοφόλι
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης παρουσίασε στο Βελλίδειο ένα πακέτο με πραγματικές παρεμβάσεις, αλλά και με πολλές δεσμεύσεις που μεταφέρονται στο 2027, στο 2028 και ακόμη αργότερα. Αυτό που δεν παρουσίασε είναι μια πειστική απάντηση στο βασικό πρόβλημα που εξακολουθεί να πιέζει τα ελληνικά νοικοκυριά: την απόσταση ανάμεσα στους οικονομικούς δείκτες και στην καθημερινή εμπειρία του πολίτη.
Γι’ αυτό και η ΔΕΘ του 2026 δεν θα κριθεί τελικά από το άθροισμα των εξαγγελιών ούτε από τα κυβερνητικά πρωτοσέλιδα της επόμενης ημέρας.
Θα κριθεί όταν έρθει το επόμενο ενοίκιο, η επόμενη επίσκεψη στο σούπερ μάρκετ και ο επόμενος λογαριασμός ρεύματος. Εκεί θα φανεί πόσο από το πακέτο των 2,2 δισ. μετατράπηκε πράγματι σε καλύτερη ζωή.
