Connect with us

ΓΝΩΜΕΣ

Η κοινωνία ζητάει πολιτική αλλαγή και η αντιπολίτευση αγωνιά για το ποιος θα ηγηθεί της ήττας

Το πρόβλημα δεν είναι ποιος θα ηγηθεί της αντιπολίτευσης, αλλά ποιος έχει αποφασίσει να σταματήσει να τη χρησιμοποιεί ως άσυλο πολιτικής επιβίωσης.

Published

on

Γράφει ο Κωνσταντίνος Ταχτσίδης

Ο παραλογισμός συνεχίζεται και οι αριθμοί περιγράφουν καλύτερα από οποιαδήποτε ανάλυση την πολιτική κατάσταση στη χώρα.

Σύμφωνα με την τελευταία μέτρηση της ALCO, το 67% των πολιτών λέει ότι θέλει αλλαγή διακυβέρνησης. Την ίδια στιγμή, η Νέα Δημοκρατία βρίσκεται στο 24,3%, η ΕΛ.Α.Σ. του Αλέξη Τσίπρα στο 14,4% και το ΠΑΣΟΚ στο 11,1%.

Υπάρχει μια μεγάλη κοινωνική πλειοψηφία που δεν θέλει τρίτη κυβέρνηση Μητσοτάκη, όμως δεν υπάρχει ακόμη πολιτική δυναμική ικανή να τη μετατρέψει σε κυβερνητική πλειοψηφία.

Πλέον δεν αρκεί πια να μιλάμε γενικά για «κατακερματισμό του προοδευτικού χώρου», αυτό έχει κουράσει.
Ο κατακερματισμός δεν είναι φυσικό φαινόμενο, είναι αποτέλεσμα συγκεκριμένων πολιτικών επιλογών, συγκεκριμένων στρατηγικών και συγκεκριμένων ηγεσιών.

Advertisement

Οι ευθύνες βαραίνουν και τα δύο προοδευτικά κόμματα της Κεντροαριστεράς.

Ο Νίκος Ανδρουλάκης επιμένει ακόμη και σήμερα στη στρατηγική της αυτόνομης πορείας και στη ΔΕΘ επανέλαβε ότι το ΠΑΣΟΚ δεν ενδιαφέρεται για σενάρια συνεργασιών και ότι η στρατηγική του δεν αλλάζει. Δηλώνει ότι ο τρόπος για να αποτραπεί μια τρίτη θητεία της Νέας Δημοκρατίας είναι ένας και η πολιτική αλλαγή σημαίνει δυνατό ΠΑΣΟΚ
(εντάξει «με πρώτο το ΠΑΣΟΚ» είπε, αλλά συγνώμη, ντρέπομαι να το γράψω).
Θεμιτή φιλοδοξία, μόνο που υπάρχει ένα μικρό πρόβλημα. Η πραγματικότητα.
Το ΠΑΣΟΚ αυτή τη στιγμή δεν βρίσκεται λίγο πίσω από τη Νέα Δημοκρατία.
Βρίσκεται περίπου δεκατρείς μονάδες πίσω της στην πρόθεση ψήφου.

Ενα κόμμα που απέχει εδώ και χρόνια, πάνω από 10 μονάδες από την πρώτη θέση δεν μπορεί να συμπεριφέρεται σαν να βρίσκεται ένα βήμα πριν από την αυτοδυναμία.
Και θυμηθείτε, μιλάμε για το ίδιο κόμμα και τον ίδιο αρχηγό που στις τελευταίες ευρωεκλογές ήταν πίσω από τον ΣΥΡΙΖΑ του Κασσελάκη.

Η αυτόνομη πορεία είναι απόλυτο δικαίωμα ενός κόμματος (ειδικά ενός ιστορικού κόμματος όπως το ΠΑΣΟΚ) να διατηρεί την ταυτότητά του.
Ως στρατηγική ανατροπής της Νέας Δημοκρατίας, όμως, χωρίς αριθμούς που να την καθιστούν πιθανή (και με προφανή ιδεολογική αραίωση), κινδυνεύει να μετατραπεί σε μουσειακό έκθεμα.

Advertisement

Όμως η ευθύνη δεν σταματά στο ΠΑΣΟΚ.

Ο Αλέξης Τσίπρας, επιστρέφοντας στο Κέντρο… των εξελίξεων με την ΕΛ.Α.Σ., δηλώνει ότι αντίπαλος είναι η Δεξιά και ο Κυριάκος Μητσοτάκης και προειδοποιεί -σωστά- ότι ο ανταγωνισμός για τη δεύτερη θέση εξυπηρετεί τελικά τη στρατηγική της κυβέρνησης.
Ακριβώς γι’ αυτό, όμως, η δική του ευθύνη είναι ίσως μεγαλύτερη.
Δεν αρκεί να περιγράφεις σωστά το πρόβλημα. Ενας πολιτικός που φιλοδοξεί να ηγεμονεύσει της προοδευτικής παράταξης, οφείλει να υπερβαίνει τα μικροπολιτικά κέρδη και να προτείνει συγκεκριμένο και ολοκληρωμένο σχέδιο.

Αν η ΕΛ.Α.Σ. εξελιχθεί απλώς σε έναν ακόμη πόλο που απλά θα έχει ξεπεράσει το ΠΑΣΟΚ, τότε θα αναπαράγει ακριβώς το πρόβλημα που καταγγέλλει.
Αν το νέο εγχείρημα περιοριστεί στην προσέλκυση στελεχών από τα υπόλοιπα κόμματα της Κεντροαριστεράς και της Αριστεράς, τότε η ανασύνθεση θα είναι περισσότερο αναδιανομή δυνάμεων μέσα στην ίδια δεξαμενή παρά δημιουργία νέας κοινωνικής πλειοψηφίας.

Το ζήτημα δεν είναι ούτε αν ο Τσίπρας θα ξεπεράσει τον Ανδρουλάκη, ούτε αν ο Ανδρουλάκης θα αντέξει την πίεση του Τσίπρα.
Το πολιτικό αλλά και κοινωνικό επίδικο είναι το αν και πως μπορούν να δημιουργηθούν οι πολιτικές προϋποθέσεις ώστε να ηττηθεί ο Μητσοτάκης.

Advertisement

Για τον πολίτη που δεν αντέχει άλλο το καθεστώς του «επιτελικού κράτους», το συμπέρασμα είναι πολύ πιο απλό αλλά καθόλου απλοϊκό.
Βλέπει τα κόμματα της προοδευτικής αντιπολίτευσης να βροντοφωνάζουν περισσότερο για το πόσο αυτόνομα είναι, παρά για την ήττα της Δεξιάς και η ευθύνη των ηγεσιών είναι βαριά, σε ιστορικό επίπεδο.

Γιατί η κοινωνία που υποφέρει δεν έχει καμία υποχρέωση να λύσει τις προσωπικές και κομματικές τους εξισώσεις.
Δεν ενδιαφέρεται αν ο Ανδρουλάκης θα δικαιωθεί απέναντι στον Τσίπρα.
Δεν ενδιαφέρεται αν ο Τσίπρας θα αποδείξει ότι μπορεί να ξαναγίνει ο «κυρίαρχος πόλος της Κεντροαριστεράς».
Δεν ενδιαφέρεται ποια από τις εκδοχές του ΣΥΡΙΖΑ δικαιώθηκε ιστορικά, ποιος είχε δίκιο σε ποια διάσπαση και ποιος θα διασώσει καθαρότερα την ιδεολογική του ταυτότητα.

Ενδιαφέρεται για μια ουσία που ξεπερνάει τους “επαγγελματίες ηττημένους” της προοδευτικής αντιπολίτευσης, δηλαδή για το αν στις επόμενες εκλογές θα υπάρχει πραγματική δυνατότητα αλλαγής διακυβέρνησης.
Και αυτό είναι το μέτρο με το οποίο θα κριθούν όλοι.

Όταν δύο στους τρεις πολίτες θέλουν αλλαγή, το ερώτημα για την αντιπολίτευση δεν μπορεί να είναι ποιος θα πάρει 15%, ποιος 13% και ποιος 5%, αλλά ποιος έχει σχέδιο για να κάνει το 15%, το 13% και το 5% μέρος μιας κοινωνικής και πολιτικής πλειοψηφίας.

Advertisement

Οι κυβερνήσεις δεν αλλάζουν όταν ο δεύτερος μεγαλώνει λίγο περισσότερο από τον τρίτο, αλλά όταν απέναντι στην υπάρχουσα εξουσία συγκροτείται ένα πλειοψηφικό σχέδιο, με πρόγραμμα, πολιτική αξιοπιστία και σαφή απάντηση στο ερώτημα της διακυβέρνησης.

Και εδώ ακριβώς αποτυγχάνουν σήμερα οι ηγεσίες της αντιπολίτευσης.
Ο Ανδρουλάκης ζητά να του δοθεί πρώτα η εκλογική ισχύς και μετά να συζητήσει τους νέους συσχετισμούς.
Ο Τσίπρας ζητά να συγκροτήσει τον δικό του νέο πόλο πριν αποδειχθεί αν αυτός ο πόλος θα αποτελέσει γέφυρα ή νέο σύνορο.

Οι μικρότερες δυνάμεις της Αριστεράς εξακολουθούν σε μεγάλο βαθμό να αντιμετωπίζουν την εκλογική τους επιβίωση περίπου ως αυταξία και αυτό δε χρήζει καν σχολιασμού.

Στο μεταξύ ο Κυριάκος Μητσοτάκης μπορεί να παρακολουθεί με άνεση τους αντιπάλους του να ανταγωνίζονται για το ποιος θα αποκτήσει το προβάδισμα μέσα σε έναν χώρο ο οποίος στην παρούσα μορφή του, ας είμαστε ειλικρινείς, δεν μπορεί να τον απειλήσει.
Και αυτή είναι η μεγαλύτερη υπηρεσία που μπορεί να προσφέρει η αντιπολίτευση σε μια φθαρμένη κυβέρνηση. Να της επιτρέπει να εμφανίζεται ως η μόνη δύναμη που διαθέτει απάντηση στο ερώτημα «ποιος θα κυβερνήσει;».

Advertisement

Μπορούν όσοι δηλώνουν ότι θέλουν να φύγει ο Μητσοτάκης να δεσμευτούν ότι θα κάνουν πολιτικά και προγραμματικά ό,τι είναι δυνατό ώστε πράγματι να ηττηθεί η ΝΔ ή ο καθένας βάζει πρώτα έναν αστερίσκο που λέει «αρκεί να είμαι εγώ δεύτερος»;
Γιατί αν δεν μπορούν τότε ο τίτλος της επόμενης εκλογικής αναμέτρησης θα έχει γραφτεί πριν ανοίξουν οι κάλπες.
Μια κοινωνία ζητούσε αλλαγή.
Μια κυβέρνηση είχε χάσει μεγάλο μέρος της κοινωνικής της δυναμικής.
Και απέναντί της, δύο ηγεσίες προσπάθησαν να αποδείξουν ποια δικαιούται να ηγηθεί της αντιπολίτευσης.

Δηλαδή ποια θα ηγηθεί της ήττας.

Και για να τελειώνουμε με τα αστεία.
Το πρόβλημα δεν είναι ποιος θα ηγηθεί της αντιπολίτευσης, αλλά ποιος έχει αποφασίσει να σταματήσει να τη χρησιμοποιεί ως άσυλο πολιτικής επιβίωσης.

Advertisement