ΔΙΕΘΝΗΣΤΟ ΜΙΚΡΟΣΚΟΠΙΟ

«Ισραήλ: Πως ο Κορονοϊός και ο Μπένι Γκάντζ οδήγησαν ξανά τον Νετανιάχου στην Πρωθυπουργία». Γράφει ο Βασίλης Μπαγιάτης.

FILE PHOTO: U.S. President Donald Trump and Israeli Prime Minister Benjamin Netanyahu shake hands after Trump's address at the Israel Museum in Jerusalem May 23, 2017. REUTERS/Ronen Zvulun/File Photo

Ο Βασίλης Μπαγιάτης είναι φοιτητής Πολιτικών Επιστήμων στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης.

Ο μακροβιότερος στην ιστορία του Ισραήλ Πρωθυπουργός Μπενιαμίν Νετανιάχου παρουσίασε την Κυριακή τη νέα Κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας στο Κοινοβούλιο, τερματίζοντας μία περίοδο πολιτικής στασιμότητας που διήρκησε για περισσότερο από ένα χρόνο, την ιδία στιγμή που ο ίδιος προετοιμάζεται να οδηγηθεί σε δίκη, στις 24 Μαΐου, κατηγορούμενος για διαφθορά. Η συμφωνία σχηματισμού της κυβέρνησης ενότητας με τον πρώην εκλογικό αντίπαλο του, ηγέτη του κεντρώου κόμματος «Μπλε και Λευκό», Μπένι Γκαντζ,  προβλέπει ότι ο Νετανιάχου (που αρνείται ότι διέπραξε κάτι παράνομο στην υπόθεση της διαφθοράς) θα παραμείνει πρωθυπουργός για 18 μήνες και μετά θα παραδώσει την εξουσία στον Γκαντζ.

 

                                   

Πως φτάσαμε ως εδώ; 

Όλα ξεκίνησαν όταν στις εκλογές του Απριλίου του 2019 πρόεκυψε ένα κατακερματισμένο Κοινοβούλιο, με τον Νετανιάχου και τους συμμάχους του να χάνουν την πλειοψηφία των εδρών στην Ισραηλινή Κνεσέτ. Εκεί πρωτοεμφανίστηκε ο κεντρώος συνασπισμός «Μπλε και Λευκό» (στα χρώματα της σημαίας του Ισραήλ), με αρχηγό τον Μπένι Γκάντζ, πρώην Αρχηγό του Γενικού Επιτελείου Στρατού. Το κεντροδεξιό κόμμα του Γκάντζ «Αντίσταση» μαζί με το κεντρώο «Υπάρχει ένα Αύριο» είχαν βασίσει την προεκλογική τους εκστρατεία στην απομάκρυνση του Νετανιάχου από την εξουσία, λόγω των σκανδάλων διαφθοράς στα οποία είναι υπόλογος. Παρά το γεγονός ότι ήταν η μεγαλύτερη απειλή εκλογικά για αυτόν δεν κατάφεραν να συγκεντρώσουν την πλειοψηφία των εδρών για να σχηματίζουν κυβέρνηση. Το αποτέλεσμα ήταν να οδηγηθεί η χώρα σε νέες εκλογές τον Σεπτέμβριο του 2019, με το σκηνικό να επαναλαμβάνεται, με τη μονή διαφορά ότι το «Μπλε και Λευκό» ήρθε πρώτο σε ψήφους και έδρες, πάλι όμως χωρίς την πολυπόθητη  αυτοδυναμία. Οι τρίτες πρόωρες εκλογές έλαβαν χώρα τον Μάρτιο του 2020, και διεξήχθησαν στη σκιά του σχεδίου του Αμερικανού Προέδρου Ντόναλντ Τράμπ για την επίλυση του Μεσανατολικού, οδήγησαν απρόσμενα στην πρώτη θέση τον Νετανιάχου, και σε ακόμα ένα διαιρεμένο Κοινοβούλιο. Τότε ήταν που για πρώτη φορά οι Άραβες Βουλευτές δέχτηκαν να υπερψηφίσουν μια Κυβέρνηση με επικεφαλής τον Γκαντζ, μόνο και μόνο για να απομακρύνουν τον Νετανιάχου από την εξουσία και μετά να περάσουν στην Αντιπολίτευση. Τη στιγμή που όλα έδειχναν να τείνουν προς αυτό το σενάριο και που η Αντί-Νετανιάχου Αντιπολίτευση κατάφερε να συγκεντρώσει 62 από τις 120 έδρες στην Κνεσέτ και ήταν για πρώτη φορά ορατό το ενδεχόμενο οριστικής απομάκρυνσης του από την Πρωθυπουργία, τρεις βουλευτές από το  Μπλοκ του Γκάντζ στασίασαν, λέγοντας πως δεν θα στηρίξουν μια κυβέρνηση μειοψηφίας που βασίζεται σε ψήφους Αράβων Βουλευτών. 

Κι ενώ όλα έδειχναν ότι η χώρα οδεύει προς τέταρτες εκλογές τον προσεχή Σεπτέμβριο η κρίση του Κορονοϊού και η «κωλοτούμπα» του Γκαντζ απέδειξαν πως ο Νετανιάχου είναι εφτάψυχος! 

Ο Γκαντζ δήλωσε ότι θα κάτσει στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων με τον Νετανιάχου για να σχηματίσουν μια Κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας που θα διαχειριστεί, μεταξύ άλλων και την κρίση του Κορονοϊού. 

Η πράξη αυτή θεωρήθηκε ως προδοσία απέναντι στους (κατά βάση) κεντροαριστερούς ψηφοφόρους του και ως αθέτηση των προεκλογικών δεσμεύσεων προς αυτούς από τον εταίρο του στο «Μπλε και Λευκό» Γιαϊρ Λαπίντ και ηγέτη του «Υπάρχει ένα Αύριο», οποίος αποχώρησε από τη συμμαχία «Μπλε και Λευκό».  

Ο Ηγέτης του «Υπάρχει ένα Αύριο Γιαϊρ Λαπίντ »

 Μετά από επίπονες διαπραγματεύσεις μεταξύ Γκάντζ και Νετανιάχου, και με τεράστιες αντιδράσεις από την πλευρά της Αντιπολίτευσης, ορκίστηκε η 35η κυβέρνηση στην ιστορία του Ισραήλ η οποία είναι και η πολυπληθέστερη σε αριθμό Υπουργών και Υφυπουργών.                                                                                                   

  Ο Γκάντζ ο οποίος ήταν μεταβατικός πρόεδρος της Βουλής, θα είναι Αναπληρωτής Πρωθυπουργός και παράλληλα Υπουργός Άμυνας. Βάση των συμφωνηθέντων, ο Γκάντζ τον Νοέμβριο του 2021, θα πάρει την σκυτάλη στην Πρωθυπουργία από τον Νετανιάχου. Ωστόσο, ο πρώην σύμμαχος του Γκάντζ Γιαϊρ Λαπίντ υποστηρίζει πως ο Νετανιάχου δεν πρόκειται να τηρήσει τη δέσμευσή του να παραδώσει την Πρωθυπουργία μετά από 1,5 χρόνο.  

Η μεγάλη «παρτίδα» του εφτάψυχου Νετανιάχου δείχνει ότι είναι πολύ σκληρός για να πεθάνει πολιτικά

Ο έμπειρος και δαιμόνιος ισραηλινός πολιτικός με τη κίνηση αυτή όχι απλώς κατορθώνει να διαμορφώσει το πλαίσιο παραμονής του στην εξουσία, εκεί που όλοι τον θεωρούσαν «τελειωμένο» λόγω των κατηγοριών που έχει απευθύνει εναντίον του ο Γενικός Εισαγγελέας, αλλά συγχρόνως προσδοκά πως με την σύμπραξη με τον Γκαντζ πρακτικά εξουδετερώνει την πιο αξιόπιστη κριτική που του έχει ασκηθεί μέχρι τώρα. Γιατί ο Γκάντζ με την κυβερνητική συμμαχία προσδίδει νομιμοποίηση στον Νετανιάχου και αποδυναμώνει έτσι την κριτική που μέχρι τώρα ασκούσε. Η πολιτική κρίση στο Ισραήλ και ο φόβος μιας νέας προσφυγής στις κάλπες για τέταρτη φορά σε έναν χρόνο, αλλά και η υγειονομική κρίση με τον Κορονοϊό καθώς επίσης και οι οικονομικές συνέπειες που αυτή θα έχει, βοήθησαν τον Νετανιάχου, καθώς είναι πολιτικός που έμαθε να ζει και να κερδίζει από τις κρίσεις. Τις επόμενες ημέρες όμως θα έχει να αντιμετωπίσει μια ακόμη πιο σημαντική πρόκληση. Την παραπομπή του για τρία αδικήματα : Διαφθορά, υπεξαίρεση, κατάχρηση εμπιστοσύνης. Μια εξαιρετικά δύσκολη κατάσταση καθώς εκ των πραγμάτων θα πρέπει να βρει ισορροπίες, προκειμένου η παρακολούθηση της δικαστικής του υπόθεσης να μην επηρεάσει αρνητικά την άσκηση των κυβερνητικών του καθηκόντων. Πριν δυο εβδομάδες εξάλλου το Ανώτατο Δικαστήριο ομόφωνα ενέκρινε τον σχηματισμό κυβέρνησης συνεργασίας, απορρίπτοντας τις ενστάσεις ότι μπορεί μεν ο πρωθυπουργός να παραμένει στα καθήκοντα του, εφόσον του έχουν ασκηθεί διώξεις αλλά δεν μπορεί να ορκισθεί ως επικεφαλής νέας κυβέρνησης. Η πίεση στο Ανώτατο Δικαστήριο ήταν μεγάλη : Εάν απέρριπτε την δυνατότητα του Νετανιάχου να σχηματίσει νέα κυβέρνηση, τότε η χώρα θα οδηγούνταν στο χάος με προκήρυξη νέων εκλογών. Με βαριά καρδιά ο Γενικός Εισαγγελέας ανακοίνωσε την απόφαση που άναβε το πράσινο φως για τον σχηματισμό της κυβέρνησης. Ο Νετανιάχου θα πρέπει συγχρόνως τώρα να χειριστεί μείζονα ζητήματα Ασφαλείας, όπως είναι η παρουσία του Ιράν στην Συρία, η κατάσταση στον Λίβανο και στην Γάζα αλλά κυρίως το πως θα προωθήσει το σχέδιο το οποίο πλέον αποτελεί μέρος του προγράμματος της κυβέρνησης συνεργασίας για την προσάρτηση εδαφών (σχεδόν το 30 %) της Δυτικής Όχθης. Ένα σχέδιο που αφορά την προσάρτηση ενός μεγάλου της μέρους, σχεδόν 128 από τους παράνομους εβραϊκούς οικισμούς. Είναι μια επιλογή η οποία καλλιεργεί μεν το εθνικιστικό λαϊκό αίσθημα και οδηγεί σε εδαφική επέκταση του Ισραήλ, θέτει όμως σε κίνδυνο την εύθραυστη ισορροπία στην περιοχή με πολλές παράπλευρες συνέπειες. Αυτές δεν αφορούν μόνο την αναμενόμενη έντονη αντίδραση του Αραβικού κόσμου, της της Ευρώπης και του ΟΗΕ, αλλά και αντιδράσεις στο εσωτερικό του Ισραήλ. Ακόμα και πρώην Αξιωματικοί του Ισραηλινού Στρατού και των Μυστικών Υπηρεσιών έχουν κάνει κινητοποίηση εναντίον της προσάρτησης.

Με την προσάρτηση της Δυτικής Όχθης είναι δύσκολο να επιβιώσει η Παλαιστινιακή Αρχή, ενώ φαίνεται να μπαίνει οριστικά μία ‘ταφόπλακα’ στην λύση των δύο κρατών. Αυτό θα έχει σαν συνέπεια, όπως προειδοποιούν οι αντίπαλοι της συγκεκριμένης επιλογής, το Ισραήλ να ‘υποχρεωθεί’ να αναλάβει τον έλεγχο σε όλη την Δυτική Όχθη των 2,5 εκατομμυρίων παλαιστινίων, με την χώρα να μετατρέπεται ουσιαστικά σε ένα δικοινοτικό κράτος, με ό,τι προκλήσεις θα δημιουργούσε μια τέτοια εξέλιξη. Ο ίδιος ο Γκαντζ υποχρεώθηκε να δεχθεί στην διαπραγμάτευση των όρων συνεργασίας ότι την 1η Ιουλίου θα έρθει στην Βουλή πρόταση για την προσάρτηση τμημάτων της Δυτικής Όχθης και ότι αυτό είναι το μόνο ζήτημα για το οποίο ο ίδιος και το κόμμα του ως κυβερνητικοί εταίροι δεν θα έχουν δικαίωμα βέτο

 Ο «Μπίμπι» όπως αποκαλούν όλοι στο Ισραήλ τον Νετανιάχου δεν καταθέτει τα όπλα εύκολα. Αποδεικνύει ότι επιβιώνει στα δύσκολα και γι’ αυτό είναι πάντα έτοιμος να ανοίγει νέα μέτωπα πριν κλείσουν τα παλιά. Και τώρα ο   είναι έτοιμος να παίξει την μεγάλη παρτίδα για τον ίδιο και για την χώρα του.

Τι είναι όμως στην ουσία το σχέδιο Τραμπ για το μεσανατολικό;

Στα τέλη Ιανουαρίου, ο γαμπρός και σύμβουλος του Τραμπ, ο Τζάρεντ Κούσνερ, παρουσίασε εντέλει το πολυαναμενόμενο σχέδιο για την επίλυση του Μεσανατολικού, με παρόντες τον Αμερικανό Πρόεδρο, τον ισραηλινό πρωθυπουργό Μπενιαμίν Νετανιάχου και τον τότε αντίπαλό του Μπένι Γκαντζ, που είχαν προσκληθεί στον Λευκό Οίκο. Το σχέδιο, που προϋποθέτει πολλές και μεγάλες παραχωρήσεις στο Ισραήλ, απορρίπτεται κατηγορηματικά από τους Παλαιστίνιους. Προβλέπει μεταξύ άλλων ότι η Ιερουσαλήμ θα είναι η «αδιαίρετη» πρωτεύουσα του Ισραήλ και ότι θα προσαρτηθούν στο εβραϊκό κράτος η κοιλάδα του Ιορδάνη και οι 130 και πλέον παράνομοι εβραϊκοί οικισμοί στη Δυτική Όχθη, παλαιστινιακό έδαφος υπό ισραηλινή κατοχή από το 1967.Το σχέδιο της αμερικανικής κυβέρνησης προβλέπει ακόμη ότι το μελλοντικό παλαιστινιακό κράτος θα αποτελείται από ό,τι μένει από τη Δυτική Όχθη και τη Λωρίδα της Γάζας, παλαιστινιακά εδάφη που χωρίζει το Ισραήλ αλλά θα συνδέονται, κατά το κείμενο, μέσω ενός «διαδρόμου».