ΓΝΩΜΕΣ
Οι έμποροι της ελπίδας είναι οι πιο αδίστακτοι έμποροι του ανθρώπινου πόνου
Δεν μπορεί να χρειάζεται να ξεσπάσει ένα σκάνδαλο για να ανακαλύψουμε ότι κάποιος έπρεπε να ελέγχεται.
Γράφει ο Γαβρής Άγγελος – Δημοσιογράφος/Πολιτικός Αναλυτής

Υπάρχει κάτι βαθιά αποκρουστικό στην ιδέα ότι ο ανθρώπινος πόνος μπορεί να μετατραπεί σε επιχειρηματικό μοντέλο. Ότι η αγωνία ενός γονιού, η απόγνωση μιας οικογένειας και η μάχη ενός παιδιού για τη ζωή του μπορούν να γίνουν εργαλεία συγκέντρωσης χρημάτων, προσωπικής προβολής και ενδεχομένως παράνομου πλουτισμού. Και υπάρχει κάτι ακόμη πιο αποκρουστικό: η πιθανότητα όλα αυτά να συμβαίνουν κάτω από τη μύτη μιας Πολιτείας που διαθέτει μηχανισμούς ελέγχου, αλλά δεν τους ενεργοποιεί εγκαίρως.
Οι έμποροι της ελπίδας δεν χρειάζονται πολυτελή γραφεία και εντυπωσιακές βιτρίνες. Τους αρκεί μια συγκινητική ιστορία, μια φωτογραφία, μερικές λέξεις για την ανθρώπινη αλληλεγγύη και ένας τραπεζικός λογαριασμός. Επενδύουν στο τελευταίο πράγμα που θα έπρεπε ποτέ να γίνει αντικείμενο εκμετάλλευσης: στην ανάγκη του ανθρώπου να πιστέψει ότι μπορεί να σώσει μια ζωή.
Και ακριβώς επειδή η κοινωνία εξακολουθεί να διαθέτει αντανακλαστικά ανθρωπιάς, κάποιοι ενδέχεται να βρίσκουν την ευκαιρία να τα εκμεταλλευτούν. Δεν πουλούν προϊόντα. Εμπορεύονται την αγωνία. Δεν υπόσχονται υπηρεσίες. Διαχειρίζονται την ελπίδα. Και όταν αυτή η διαχείριση γίνεται χωρίς διαφάνεια, χωρίς λογοδοσία και χωρίς ουσιαστικό έλεγχο, η φιλανθρωπία κινδυνεύει να μετατραπεί στο πιο βολικό προκάλυμμα της απληστίας.
Η φιλανθρωπία δεν μπορεί να αποτελεί ασπίδα απέναντι στον έλεγχο
Κάθε οργανισμός που συγκεντρώνει χρήματα επικαλούμενος ανθρώπους σε ανάγκη οφείλει να υπόκειται σε αυστηρούς κανόνες διαφάνειας. Από το πρώτο ευρώ. Από την πρώτη δημόσια έκκληση. Από την πρώτη κατάθεση.
Ποιος συγκεντρώνει τα χρήματα; Ποιος τα διαχειρίζεται; Ποιος αποφασίζει πού καταλήγουν; Ποιο ποσό φτάνει πραγματικά στον άνθρωπο για τον οποίο κινητοποιήθηκε η κοινωνία; Ποιος ελέγχει τις δαπάνες και ποιος διασταυρώνει τα οικονομικά στοιχεία των διαχειριστών;
Αυτά δεν είναι κακόβουλα ερωτήματα. Είναι οι στοιχειώδεις προϋποθέσεις μιας ευνομούμενης Πολιτείας.
Η επίκληση της φιλανθρωπίας δεν μπορεί να προσφέρει κανενός είδους ασυλία. Αντιθέτως, όσο πιο ευάλωτοι είναι οι άνθρωποι για τους οποίους συγκεντρώνονται χρήματα, τόσο αυστηρότερη πρέπει να είναι η εποπτεία. Χρειάζονται τακτικοί οικονομικοί έλεγχοι, πλήρης ιχνηλασιμότητα των δωρεών, διασταύρωση των ποσών που εισπράττονται με εκείνα που αποδίδονται στους δικαιούχους και έλεγχος τυχόν αδικαιολόγητου πλουτισμού, με τις προβλεπόμενες νόμιμες εγγυήσεις.
Δεν μπορεί να χρειάζεται να ξεσπάσει ένα σκάνδαλο για να ανακαλύψουμε ότι κάποιος έπρεπε να ελέγχεται.
Και δεν μπορεί η Πολιτεία να εξαντλεί την αυστηρότητά της στον μικροοφειλέτη, ενώ δραστηριότητες που διακινούν σημαντικά ποσά στο όνομα της κοινωνικής προσφοράς παραμένουν, όπου αυτό συμβαίνει, έξω από την ουσιαστική εποπτεία.
Όταν το χρήμα προορίζεται για μια ζωή, η καθυστέρηση δεν είναι απλώς λογιστική εκκρεμότητα
Υπάρχει, όμως, μια διάσταση πολύ βαρύτερη από την οικονομική.
Όταν συγκεντρώνονται χρήματα για την αντιμετώπιση μιας σοβαρής ασθένειας, ο χρόνος μπορεί να είναι καθοριστικός. Μια θεραπεία, μια μετακίνηση, μια νοσηλεία, μια εξειδικευμένη ιατρική παρέμβαση μπορεί να εξαρτώνται από την έγκαιρη εξασφάλιση των αναγκαίων πόρων.
Εάν αποδειχθεί ότι κάποιοι παρακράτησαν εν γνώσει τους χρήματα που προορίζονταν για επείγουσα ιατρική φροντίδα, δεν αρκεί να αντιμετωπιστεί η υπόθεση αποκλειστικά ως ζήτημα οικονομικής απάτης. Οφείλει να εξεταστεί και εάν η συμπεριφορά τους προκάλεσε καθυστέρηση στην περίθαλψη ή συνέβαλε σε συγκεκριμένη βλάβη, εφόσον αυτό μπορεί να τεκμηριωθεί ιατρικά και δικαστικά.
Διότι άλλο πράγμα είναι να εξαπατάς κάποιον για να του αποσπάσεις χρήματα και άλλο να γνωρίζεις ότι τα χρήματα αυτά συνδέονται με μια επείγουσα ανάγκη ζωής και να επιλέγεις, παρ’ όλα αυτά, να τα στερήσεις από τον δικαιούχο.
Η ηθική βαρύτητα μιας τέτοιας πράξης είναι συντριπτική. Και η ενδεχόμενη ποινική της διάσταση πρέπει να διερευνάται σε όλο της το εύρος, χωρίς αυθαίρετους χαρακτηρισμούς αλλά και χωρίς καμία διάθεση υποβάθμισης.
Το μεγαλύτερο άλλοθι είναι η καλοσύνη των άλλων
Το πιο εξοργιστικό με τους κάθε λογής εμπόρους της ελπίδας είναι ότι δεν εκμεταλλεύονται μόνο εκείνους που υποφέρουν. Εκμεταλλεύονται και εκείνους που προσπαθούν να βοηθήσουν.
Τον εργαζόμενο που στερείται κάτι από τον μισθό του. Τον συνταξιούχο που προσφέρει από το υστέρημά του. Τον άνθρωπο που δεν γνωρίζει προσωπικά τον ασθενή, αλλά δεν αντέχει να μείνει αμέτοχος.
Κάθε ευρώ που εκτρέπεται από τον σκοπό για τον οποίο προσφέρθηκε αποτελεί διπλή προδοσία. Απέναντι σε εκείνον που το είχε ανάγκη και απέναντι σε εκείνον που το εμπιστεύθηκε.
Γι’ αυτό και η απάντηση δεν μπορεί να είναι η καχυποψία απέναντι σε κάθε συλλογική προσπάθεια αλληλεγγύης. Υπάρχουν άνθρωποι και οργανώσεις που προσφέρουν πραγματικό, πολύτιμο έργο. Αυτούς πρωτίστως προστατεύει η διαφάνεια. Ο αυστηρός έλεγχος δεν είναι εχθρός της φιλανθρωπίας. Είναι ο μόνος τρόπος να μη γίνει η φιλανθρωπία καταφύγιο επιτηδείων.
Η κοινωνία δεν χρειάζεται λιγότερη γενναιοδωρία. Χρειάζεται περισσότερες εγγυήσεις ότι η γενναιοδωρία της δεν καταλήγει σε λάθος χέρια.
Και η Πολιτεία οφείλει επιτέλους να κατανοήσει ότι η πρόληψη δεν είναι πολυτέλεια, ούτε η λογοδοσία γραφειοκρατική αγγαρεία. Είναι θεσμική υποχρέωση, ιδιαίτερα όταν πίσω από έναν τραπεζικό λογαριασμό υπάρχουν άνθρωποι που δεν έχουν την πολυτέλεια να περιμένουν.
Γιατί η ελπίδα δεν είναι εμπόρευμα. Και όποιος επιχειρεί να την πουλήσει, εκμεταλλευόμενος τον πόνο και την ανάγκη, δεν δικαιούται ούτε την ανοχή της κοινωνίας ούτε την αδράνεια των ελεγκτικών μηχανισμών.
Η Δικαιοσύνη οφείλει να αποδίδει τις ευθύνες που αποδεικνύονται. Η Πολιτεία, όμως, οφείλει να παρεμβαίνει πολύ πριν χρειαστεί η Δικαιοσύνη. Γιατί όταν η αλήθεια αποκαλύπτεται πολύ αργά, δεν είναι πάντοτε δυνατόν να αποκατασταθεί η ζημιά.
