“Διάσκεψη για το Μέλλον της Ευρώπης”: Ο καταλύτης για μια πραγματική ευρωπαϊκή μεταρρύθμιση

Γράφει η Βίκυ Χαριτάκη

Γράφει η υπεύθυνη της στήλης του “The Socialist” για τις Ευρωπαϊκές Υποθέσεις, Βίκυ Χαριτάκη

 

Η Διάσκεψη για το Μέλλον της Ευρώπης ξεκίνησε  9 Μαΐου όποτε και γιορτάζεται η Ημέρα της Ευρώπης, με την εναρκτήρια εκδήλωση να πραγματοποιείται στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στο Στρασβούργο. 

 

Από τη Συνθήκη της Λισαβόνας, η Ευρωπαϊκή Ένωση αγωνίζεται να εφαρμόσει διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις. Νέα βήματα προς την ολοκλήρωση πραγματοποιούνταν μόνο υπό έντονη πίεση κατά τη διάρκεια κρίσεων και η αλλαγή των συνθηκών έχει γίνει ταμπού.Οι μεταρρυθμιστικές διαδικασίες έχουν προκύψει μόνο ως αποτέλεσμα σοβαρής πίεσης λόγω κρίσης ενώ  πρόοδος στις μεταρρυθμιστικές διαδικασίες που δεν οφείλονται σε κρίσεις ήταν αργή. Η Διάσκεψη για το Μέλλον της Ευρώπης έχει ώς στόχο να ανοίξει ένα νέο δρόμο και να δημιουργήσει νέες ιδέες για την ανάπτυξη της Ένωσης μέσω διαπραγματεύσεων ανάμεσα στους Ευρωπαϊκούς Θεσμούς αλλά και μέσω της ενεργής συμμετοχής των πολιτών.

 

Ο σκόπελος της υγειονομικής κρίσης που προξένησε ο νέος Κοροναϊός, αποτελεί μια ευκαιρία για μεταρρυθμίσεις στο εσωτερικό της Ένωσης καθώς η πανδημία έριξε φώς στις αδυναμίες της ΕΕ και έθεσε νέα ερωτήματα σχετικά με τις ικανότητες στην πολιτική υγείας. Πέραν τούτου, το ενδιαφέρον των ευρωπαίων πολιτών προς τους ευρωπαϊκούς θεσμούς αλλά και τις οποιεσδήποτε διαδικασίες όπως οι ευρωεκλογές κυμαίνεται σε χαμηλά επίπεδα καθώς το μόνο που τους ενδιαφέρει είναι η ΕΕ να φέρνει αποτέλεσμα, το οποίο πολλές φορές αποτυγχάνει να φέρει εις πέρας άμεσα, λόγω των σύνθετων και πολύπλοκων γραφειοκρατικών διαδικασιών που απαιτούν πολυεπίπεδες αποφάσεις με αποτέλεσμα την κωλυσιεργία. Ευελπιστώ  Διάσκεψη αυτή να αναζωογονήσει τις σχέσεις μεταξύ πολιτών και Ευρωπαϊκών Θεσμών και να ανανεώσει το κλίμα δυσπιστίας που επικρατεί. 

 

Η Διάσκεψη έχει ως στόχο να επισημάνει νέους τρόπους για την προώθηση της ανάπτυξης της ΕΕ. Μια ματιά στην ευρωπαϊκή ατζέντα αποκαλύπτει την επιτακτική ανάγκη να διορθωθούν τα διαρθρωτικά ελλείμματα. Οι διαδικασίες μεταρρυθμίσεων, όπως το άσυλο και η μεταναστευτική πολιτική ή στην τραπεζική ένωση, έχουν παραμείνει άλυτα εδώ και χρόνια. Ταυτόχρονα, η ΕΕ αγωνίζεται για να διατηρήσει τον παγκόσμιο ρόλο της σε έναν κόσμο που ολοένα και περισσότερο κυριαρχείται από τον ανταγωνισμό μεταξύ των μεγάλων δυνάμεων καθώς και από τους γείτονες της που πλήττονται από την κρίση. Οι ευρωπαϊκές εκλογές του 2019 και τα επακόλουθά τους υπογράμμισαν επίσης την ανάγκη μεταρρύθμισης της διαδικασίας επιλογής για ηγετικές θέσεις της ΕΕ και τη δημοκρατική νομιμότητά της.

 

Μια μεγάλη πρόκληση είναι η εξισορρόπηση των συμφερόντων των θεσμικών οργάνων της ΕΕ. Οι σχετικές συγκρούσεις είναι ήδη εμφανείς στις διαπραγματεύσεις για την εντολή και τη δομή της Διάσκεψης και θα την διαμορφώσουν. Το Συμβούλιο είχε επιφυλάξεις για την διάσκεψη ενώ ήταν το τελευταίο όργανο που προσδιόρισε επίσημα την θέση του τον Ιούνιο το 2020. Επιπλέον, περιόρισε το φάσμα των δραστηριοτήτων της Διάσκεψης, εξαιρώντας τις Συνθήκες απο την συζήτηση. Όσον αφορά το αποτέλεσμα της Διάσκεψης, το Συμβούλιο ζήτησε μια απλή έκθεση από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο εν αντιθέσει με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το οποίο θέλει την εφαρμογή των προτάσεων της Διάσκεψης από όλους τους θεσμούς. Η στάση αυτή του Συμβουλίου γεννά τον κίνδυνο να μην επιτευχθούν ουσιαστικές πολιτικές μεταρρυθμίσεις. 

 

Είναι η ώρα για μεταρρυθμίσεις ώστε η Ευρωπαϊκή Δημοκρατία να εξελιχθεί και η ένωση να γίνει πραγματικά ανωφερής. Μια τέτοια μεταρρύθμιση αφορά και το ΕΚ, το οποίο πρέπει να αναλάβει πιο κεντρικό ρόλο καθώς ακόμα και σήμερα δεν έχει δικαίωμα νομοθετικής πρωτοβουλίας. Μόνο η Ευρωπαϊκή Επιτροπή μπορεί να υποβάλλει νομοθετικές προτάσεις ενω το ΕΚ λειτουργεί συμβουλευτικά. 

 

Έντονα σχόλια και δυσαρέσκεια έχει προκαλέσει και η διαδικασία του Spitzenkandidaten, τη διαδικασία των «κορυφαίων υποψηφίων» (γνωστή επίσης και με τη γερμανική λέξη “Spitzenkandidaten”), κατά την οποία τα ευρωπαϊκά πολιτικά κόμματα ορίζουν το καθένα, πριν από τις ευρωεκλογές, έναν υποψήφιο για τη θέση του Προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Πολλοί μιλούν πλέον για ανάγκη ύπαρξης ενός διαφορετικού συστήματος γνωστού και ως Transnational Lists δηλαδή ένας εκλογικός κατάλογος που διατηρεί ολόκληρη την επικράτεια της Ένωσης ως εκλογική της περιφέρεια, παρά ένα κράτος μέλος ή μια περιοχή ενός κράτους μέλους. Η ευρωπαϊκή εκλογική περιφέρεια θα υπάρχει παράλληλα με τις υπάρχουσες εθνικές εκλογικές περιφέρειες.

 

Ωστόσο, το πιο σημαντικό από όλα είναι το αποτέλεσμα της Διάσκεψης. Αυτή μπορεί είτε να χρησιμοποιηθεί ως καταλύτης για μια πραγματική ευρωπαϊκή μεταρρύθμιση είτε να αποτελέσει ενα αντιπαραγωγικό σόου.  Σύμφωνα με το πρώτο σενάριο, κατά τη διάρκεια της Διάσκεψης, τα συμμετέχοντα εθνικά και ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα καταφέρνουν να καταρτίσουν έναν χάρτη πορείας για διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις μέσω της ενεργού συμμετοχής των πολιτών. Οι προτάσεις μεταρρύθμισης υποβάλλονται στα θεσμικά όργανα της ΕΕ μετά την παράταση της Διάσκεψης στα τέλη του 2022.

 

Σύμφωνα με το δεύτερο σενάριο στο τέλος της διαδικασίας, η ηγεσία της Διάσκεψης παρουσιάζει επίσημα τα αποτελέσματά της στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο – μια έκθεση που επικαλείται το ευρωπαϊκό πνεύμα αλλά περιέχει λίγες συγκεκριμένες συστάσεις. Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο σημειώνει την έκθεση και παίρνει μια μη-δεσμευτική υπόσχεση να εφαρμόσει τα αιτήματα των πολιτών στο πλαίσιο της στρατηγικής του ατζέντας. Για την Ευρωπαϊκή Ένωση, αυτή δεν θα ήταν μόνο μια άλλη χαμένη ευκαιρία για μεταρρύθμιση καθώς η μη σοβαρή αντιμετώπιση των προτάσεών των πολιτών όταν έχεις υποσχεθεί την ύπαρξη ενός μηχανισμού συμμετοχής των πολιτών, θα αποδείξει τελικά πόσο μεγάλη είναι η απόσταση μεταξύ των πολιτών της ΕΕ και των Βρυξελλών. Αυτό θα έκανε περισσότερο κακό παρά καλό στη δημοκρατική νομιμότητα της ΕΕ. Αντί να ενισχύσει την ΕΕ εσωτερικά πριν από τις επόμενες κρίσεις – που είναι βέβαιο ότι θα προκύψουν – η Ένωση θα συνεχίσει να είναι ικανή για μεταρρυθμίσεις μόνο όταν οι καταστάσεις κρίσης αποτελούν υπαρξιακό κίνδυνο. Μακροπρόθεσμα, τέτοιες αντιδράσεις βάσει κρίσεων ενισχύουν ορθά τις αμφιβολίες σχετικά με την ικανότητα δράσης της ΕΕ.

 

Ας αποτελέσει αυτή η Διάσκεψη το πρώτο βήμα για μεγάλες και συχνές μεταρρυθμίσεις, οι οποίες θα επιφέρουν μια πραγματική ένωση και θα εδραιώσουν την εμπιστοσύνη και την συνεργασία μεταξύ των ευρωπαϊκών οργάνων αλλά και τον πολιτών με την ΕΕ, και οχι ενα Ευρω-ντιβάνι συζητήσεων όπου στο τέλος θα αποφασίσουν οι ισχυροί. 

 

 Όπως λένε και στις Βρυξέλλες, “κάθε κρίση προσφέρει και μια ευκαιρία”…

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ