Γιώργος Καμίνης: “Παρακώλυσε το έργο της εξεταστικής Επιτροπής η άρνηση της πλειοψηφίας να κληθεί ως μάρτυρας ο κ.Πέτσας”

Ομιλία Γιώργου Καμίνη, Βουλευτή Επικρατείας, στη συζήτηση του πορίσματος της Εξεταστικής Επιτροπής για την επιχείρηση χειραγώγησης της κοινής γνώμης

Επιτρέψτε μου να ξεκινήσω λέγοντας ότι εγώ μάλλον είμαι αφελής. Γιατί έκατσα χθες και έκοψα την ομιλία που είχα ετοιμάσει γιατί έσπευσα να πληροφορηθώ ποιός είναι ο χρόνος που έχουμε. Μου είπαν 10 λεπτά και έκατσα και έκοψα ακόμη και σημαντικά σημεία τα οποία θα μπορούσα να αναπτύξω. Καταλαβαίνω να υπάρχει μια ανοχή ενός ή δύο λεπτών, το 10% του προγραμματισμένου χρόνου, αλλά μην πάμε σχεδόν στον διπλασιασμό. Και αυτό αφορά όλους μας, όχι μόνο τον προλαλήσαντα. 

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι,   

Η σύσταση της εξεταστικής επιτροπής αποτελεί εν προκειμένω  και την πρώτη εφαρμογή της νέας, αναθεωρηθείσας, διάταξης του άρθρου 68 παράγρ. 2 του Συντάγματος. ‘Ετσι κατέστη πλέον σαφές ότι η σύσταση εξεταστικής επιτροπής αποτελεί δικαίωμα και της κοινοβουλευτικής μειοψηφίας. Δυστυχώς, η λειτουργία της Επιτροπής δεν ανταποκρίθηκε στο πνεύμα του αναθεωρητικού νομοθέτη, αφού αυτός προφανώς δεν αποσκοπούσε μόνο να παράσχει στην αντιπολίτευση την ευχέρεια να προκαλέσει τη σύσταση εξεταστικής επιτροπής· είχε προφανώς και πρωτίστως κατά νου να καταστήσει αποτελεσματική την ευχέρεια αυτή. Τούτο βεβαίως σημαίνει ότι δεν είναι συνταγματικώς ανεκτό η άσκηση των αρμοδιοτήτων της επιτροπής να εγκαταλείπεται στο έλεος της πλειοψηφίας, αφού αυτό θα οδηγήσει μετά βεβαιότητος στη φαλκίδευση της συνταγματικής διάταξης.

Δυστυχώς, ο Κανονισμός της Βουλής δεν προσαρμόστηκε στην αναθεωρηθείσα διάταξη.

Παρά ταύτα, η συνταγματική νομιμότητα παρέχει μία έσχατη λύση απέναντι στην αδράνεια του κοινού νομοθέτη: Τη σύμφωνη με το Σύνταγμα ερμηνεία του Κανονισμού της Βουλής (Verfassungskonforme Auslegung), πράγμα το οποίο όμως απαιτεί μια αυτοσυγκράτηση (Self Restraint) εκ μέρους της συμπολίτευσης, ώστε να μην καταχραστεί την πλειοψηφία που διαθέτει στην Επιτροπή. Δυστυχώς, αυτή η επιβεβλημένη δυνάμει του Συντάγματος συμπεριφορά  δεν εκδηλώθηκε σε κανένα σημείο της διαδικασίας.    

Η αδυναμία της μειοψηφίας κατέστη εμφανής ήδη κατά την εκλογή του Προεδρείου της Επιτροπής, καθώς αυτό συγκροτήθηκε κατ’ αποκλειστικότητα από βουλευτές της πλειοψηφίας. 

Η ίδια αδυναμία επιβεβαιώθηκε και κατά τη δεύτερη συνεδρίαση της Επιτροπής, όταν δηλαδή απορρίφθηκε η πρόταση των κομμάτων της αντιπολίτευσης να κληθούν ως μάρτυρες πρόσωπα που είχαν διατελέσει υπουργοί, γενικοί γραμματείς υπουργείων κ.λπ., πρόσωπα δηλαδή που υπέχουν πολιτική ευθύνη για τις πράξεις και παραλείψεις τους που έλαβαν χώρα κατά την περίοδο που αποτελεί το αντικείμενο εξέτασης της Επιτροπής.

Παρακώλυσε το έργο της Επιτροπής ιδίως η άρνηση της πλειοψηφίας να κληθεί ως μάρτυρας ο πρώην Υφυπουργός παρά τω Πρωθυπουργώ κύριος Στυλιανός Πέτσας. Η πλειοψηφία της Επιτροπής υποστήριξε ότι η μαρτυρία του κυρίου Πέτσα είναι περιττή, καθώς ο ίδιος έχει απαντήσει στο πλαίσιο του συνήθους κοινοβουλευτικού ελέγχου, σε πλήθος σχετικών κοινοβουλευτικών ερωτήσεων και έχει εμφανιστεί αυτοπροσώπως ενώπιον της Επιτροπής Θεσμών και Διαφάνειας παρέχοντας τις απαραίτητες διευκρινίσεις. Η άποψη αυτή όμως είναι εσφαλμένη κυρίως επειδή δεν λαμβάνει υπόψη της ότι η μαρτυρία ενώπιον της Εξεταστικής Επιτροπής γίνεται με βάση ρητή διαβεβαίωση του μάρτυρα ότι θα καταθέσει την αλήθεια, με συνέπεια σε περίπτωση που αποδειχθεί ότι αυτός  ψεύδεται να διωχθεί με την κατηγορία της ψευδούς κατάθεσης ή της ψευδούς ανώμοτης κατάθεσης, σύμφωνα με τα άρθρα 224 και 225 του Ποινικού Κώδικα, τα οποία εν προκειμένω τυγχάνουν εφαρμογής δυνάμει του άρθρου 147 παράγρ. 3 του Κανονισμού της Βουλής. 

Βλέπουμε λοιπόν ότι αυτή η απουσία ειδικά του κ. Πέτσα από τη Επιτροπή, η αδυναμία της Επιτροπής να έχει τη μαρτυρία του άφησε κενό δυσαναπλήρωτο. 

Ι) Επιπλέον, η πλειοψηφία στέρησε την Επιτροπή και από την πρόσβαση σε ζωτικής σημασίας αποδεικτικό υλικό, όπως π.χ. η αλληλογραφία μεταξύ της αναθέτουσας αρχής (Υπουργείο Προεδρίας της Κυβέρνησης) και της αναδόχου εταιρείας (Initiative Advertising), καθώς όπως αποδείχτηκε κατά την αποδεικτική διαδικασία, ιδίως κατά την εξέταση του κυρίου Ιορδάνη Γιαμουρίδη, δημοσίου υπαλλήλου στο Υπουργείο Προεδρίας της Κυβέρνησης και επικεφαλής της Επιτροπής Παραλαβής του έργου της καμπάνιας που είχε ανατεθεί στη διαφημιστική εταιρεία (Initiative), κυριαρχεί ασάφεια ως προς το τι ακριβώς παρέλαβε η Επιτροπή Παραλαβής : αυτά που περιλαμβάνονταν στην πρόταση της Initiative προς το Υπουργείο Προεδρίας ή αυτά που τελικά αποφάσισε το Υπουργείο;

Η ως άνω ασάφεια οφείλεται στο γεγονός ότι η διαμόρφωση του καταλόγου των ΜΜΕ που εισέπραξαν τα ποσά της διαφημιστικής δαπάνης έγινε σταδιακά και μετά από άτυπες διαδοχικές συνεννοήσεις μεταξύ Υπουργείου και Εταιρείας και αφού κατά την πορεία διαμόρφωσης του καταλόγου εντάσσονταν σε αυτόν και ΜΜΕ που αυτοπροτείνονταν είτε στη διαφημιστική εταιρεία είτε στο Υπουργείο. Η Εταιρεία, σύμφωνα με την κατάθεση του Διευθύνοντος Συμβούλου της κ. Μιχάλη Γκάλγκου, ζητούσε τη σχετική έγκριση της κυβέρνησης, αλλά η σταδιακή διαμόρφωση του καταλόγου, κυρίως όμως η αδυναμία της Επιτροπής να έχει πρόσβαση στην ανταλλαγή των σχετικών μηνυμάτων μεταξύ Υπουργείου και Εταιρείας καθιστούν αδύνατη τη διαμόρφωση βέβαιης κρίσης ως προς το πώς τελικά καταρτίστηκε ο οριστικός κατάλογος των ΜΜΕ τα οποία και εισέπραξαν τα ποσά της διαφημιστικής δαπάνης.

Η αβεβαιότητα ως προς τη διαδικασία, βάσει της οποίας καταρτίστηκε ο οριστικός κατάλογος των ΜΜΕ, επιτείνεται και από το γεγονός ότι εμφανίζονται δύο, διαδοχικά αλλά με το ίδιο αντικείμενο, διαβιβαστικά προς το Υπουργείο έγγραφα της Εταιρείας, βάσει των οποίων αυτή διαβιβάζει τον οριστικό κατάλογο των ΜΜΕ. ‘Ενα με ημερομηνία 26 Ιουνίου 2020, το οποίο αντικαταστάθηκε από άλλο με ημερομηνία 1ης Ιουλίου 2020.

Η αντικατάσταση αφορά στην ουσία ένα ρήμα και αποσκοπεί να εμφανίσει ότι είχε προϋπάρξει πρόταση της Εταιρείας, όπως προβλέπει η σχετική σύμβαση και ότι δεν αποφάσισε το Υπουργείο ανεξαρτήτως προτάσεως, όπως συνάγεται από το πρώτο έγγραφο, το οποίο και αντικαταστάθηκε. Από την κατάθεση του κ. Γκάλκου παρ’όλο που επανειλημμένως ρωτήθηκε, δεν καθίσταται σαφές το ποιός είχε την πρωτοβουλία να υποδείξει στην Εταιρεία το εσφαλμένο της πρώτης διατύπωσης. Η σύγχυση γύρω από το ζήτημα αυτό επιτείνεται από το γεγονός ότι το διορθωτικό έγγραφο της 1ης Ιουλίου δεν φέρει αριθμό πρωτοκόλλου εισαγωγής στο Υπουργείο Προεδρίας, με συνέπεια να καθίσταται αδιάγνωστη η πραγματική ημερομηνία σύνταξής του.

Την αρνητική εντύπωση ως προς το αδιάβλητο της διαδικασίας επιτείνει και το γεγονός ότι η η Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου, στην οποία προβλέφθηκε η ευχέρεια σύναψης σύμβασης με απευθείας διαπραγμάτευση χωρίς προηγούμενη προκήρυξη, ετέθη υπόψη της Ανεξάρτητης Αρχής για τη Σύναψη Δημοσίων Συμβάσεων προκειμένου αυτή να εκδώσει την εκ του νόμου προβλεπόμενη γνωμοδότηση, με τόσο μεγάλη καθυστέρηση ώστε ουσιαστικά να καθίσταται αδύνατη η γνωμοδότηση. Ζητήθηκε ουσιαστικά την ίδια ημέρα που κατατέθηκε προς κύρωση στη Βουλή η ΠΝΠ. 

Συμπερασματικά, ως προς το πρώτο σκέλος του αντικειμένου της Εξεταστικής Επιτροπής που περιλαμβάνει τις λεγόμενες  “Λίστες Πέτσα 1 και 2”, δεν μπορεί να υποστηριχθεί ο ισχυρισμός της συμπολίτευσης ότι δεν υπήρξε αθέμιτη παρέμβαση στην τελική κατάρτιση του καταλόγου των επιλεγέντων ΜΜΕ. Δεν αποδεικνύεται όμως ούτε η σοβαρότατη κατηγορία που απευθύνει στην κυβέρνηση η Αξιωματική Αντιπολίτευση όταν αναφέρεται σε “απόπειρα χειραγώγησης της κοινής γνώμης”.  Η Επιτροπή δεν είχε πρόσβαση σε κρίσιμα στοιχεία, είτε με τη μορφή μαρτύρων, είτε με τη μορφή εγγράφων. 

Δεν είναι η πρώτη φορά που βλέπουμε να υπάρχει μια διαδικασία στη Βουλή η οποία οδηγεί σε μία αντιπαράθεση τύπου πινγκ-πονγκ μεταξύ πλειοψηφίας και μειοψηφίας. Αποκορύφωμα αυτής της ιστορίας είναι και η ηχηρή σιωπή της αξιωματικής αντιπολίτευσης στο θέμα των αποζημιώσεων της κυβέρνησης Καραμανλή για τις πυρκαγιές του 2007. Δεν τολμάτε ούτε το όνομά του να πείτε. 

ΙΙ) Αλλά και ως προς το δεύτερο υπό διερεύνηση αντικείμενο της Εξεταστικής Επιτροπής, δηλαδή την επίμαχη δημοσκόπηση της Εταιρείας Opinion Poll, οι μαρτυρικές καταθέσεις και το εν γένει αποδεικτικό υλικό δεν αφήνουν περιθώρια ασφαλούς συμπεράσματος.

Δυστυχώς, και πάλι η πλειοψηφία απέκλεισε από τον κατάλογο των μαρτύρων πρόσωπα,  η μαρτυρία των οποίων θα μπορούσε να διαφωτίσει την Επιτροπή· ιδίως τον κύριο Μιχάλη Διαμαντή, ιδιοκτήτη της Opinion Poll καθώς και της εταιρείας Reposition Strategy, η οποία, σύμφωνα με την Αξιωματική Αντιπολίτευση, φέρεται να έχει αναλάβει, με διαδικασία απευθείας ανάθεσης, έργα από το Δημόσιο. 

Το γεγονός πάντως ότι δημοσιεύτηκε δημοσκόπηση χωρίς ταυτότητα αποτελεί σοβαρό ολίσθημα. Μια απόπειρα, αν όχι χειραγώγησης της κοινής γνώμης, τουλάχιστον σοβαρού επηρεασμού της. Το ίδιο συνέβη, από την ίδια εταιρεία, και κατά τη διάρκεια των εσωκομματικών εκλογών του Κινήματος Αλλαγής. Έβγαλε τότε η αείμνηστη Φώφη Γεννηματά ανακοίνωση, που στηλίτευε το γεγονός. Αντί όμως η εταιρεία να χτυπήσει το άλογο χτύπησε το σαμάρι. Τα έβαλε με ένα μεσαίο στέλεχος το οποίο απλώς επανέλαβε τις κατηγορίες αυτές σε βραδινή τηλεοπτική εκπομπή. 

Ο ισχυρισμός της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης ότι υπάρχει σχέση που ευθέως συνδέει την ανάληψη δημοσίων έργων από την εταιρεία Reposition Strategy με τη δημοσίευση ευνοϊκής προς την Κυβέρνηση δημοσκόπησης της Opinion Poll αφενός δεν αποδείχθηκε, αφετέρου είναι και αλυσιτελής. Ειδικά ως προς το τελευταίο, αποτελεί κοινό τόπο στην επιστήμη των δημοσκοπήσεων ότι η ευνοϊκή ή δυσμενής παρουσίαση ενός πολιτικού κόμματος ως προς την απήχησή του στο εκλογικό σώμα δεν ασκεί ουσιώδη επιρροή στο τελικό εκλογικό αποτέλεσμα.

Επιβεβαιώνεται πάντως και εδώ ένα άκρως ανησυχητικό για το δημοκρατικό μας πολίτευμα σύμπτωμα : Η εν γένει αρνητική εξέλιξη της πορείας των Ανεξάρτητων Αρχών, συνταγματικά κατοχυρωμένων και μη. Στην πρώτη ενότητα διαπιστώθηκε η άκρως περιφρονητική στάση της Κυβέρνησης προς την Ενιαία Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Συμβάσεων. Στη δεύτερη ενότητα διαπιστώνεται η αδυναμία του Εθνικού Συμβουλίου Ραδιοτηλεόρασης (ΕΣΡ) να ασκήσει ακόμη και τις στοιχειώδεις αρμοδιότητες που του αναθέτει ο νομοθέτης. Από τις μαρτυρικές καταθέσεις, ιδίως αυτή του Προέδρου του ΕΣΡ αλλά και του κυρίου Δημήτρη Μαύρου, Αντιπροέδρου του ΣΕΔΕΑ,  η Επιτροπή διαπίστωσε ότι η Ανεξάρτητη Αρχή αφενός δεν εκπληρώνει εγκαίρως στοιχειώδεις νόμιμες υποχρεώσεις της, αφετέρου δεν ασκεί καν σημαντικές αρμοδιότητες που της έχει αναθέσει ο νομοθέτης στον τομέα των εταιρειών που διεξάγουν δημοσκοπήσεις, λ.χ. την επιβολή κυρώσεων στις εταιρείες που δεν υποβάλλουν νομίμως την “ταυτότητα” των δημοσκοπήσεων που διενεργούν.

Το βασικότερο πάντως συμπέρασμα που μπορεί να αντλήσει κάποιος από το σύνολο της διαδικασίας της Εξεταστικής Επιτροπής, είναι  ότι πρέπει το ταχύτερο δυνατόν να τροποποιηθεί ο Κανονισμός της Βουλής στην κατεύθυνση που επιβάλλει η πρόσφατη αναθεώρηση του άρθρου 68 παράγρ. 2 του Συντάγματος.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ