ΠΟΛΙΤΙΚΗ
Κυκλοφοριακό Αθήνα: Παρεμβάσεις Κ.Ο ΠΑΣΟΚ και του Δημάρχου Αθηναίων Χάρη Δούκα δείχνουν τον δρόμο
Η Αθήνα παραμένει εγκλωβισμένη σε ένα χρόνιο κυκλοφοριακό αδιέξοδο, με την καθημερινότητα εκατομμυρίων πολιτών να επιβαρύνεται δραματικά και την κυβέρνηση να αδυνατεί να δώσει σαφείς και αξιόπιστες απαντήσεις για το πλέον κρίσιμο έργο υποδομής της πρωτεύουσας: τη Γραμμή 4 του Μετρό. Ένα έργο που παρουσιάστηκε ως καταλύτης αποσυμφόρησης, μετατρέπεται σταδιακά σε σύμβολο διοικητικής ασυνέπειας και πολιτικής αναξιοπιστίας.
Η κοινοβουλευτική παρέμβαση πέντε βουλευτών του ΠΑΣΟΚ – Κινήματος Αλλαγής, των Μανώλη Χριστοδουλάκη, Παύλου Γερουλάνου, Νάντιας Γιαννακοπούλου, Μιλένας Αποστολάκη και Παύλου Χρηστίδη, επαναφέρει με οξύτητα το ζήτημα, καταγράφοντας με λεπτομέρεια τις σοβαρές καθυστερήσεις και τις αντιφάσεις που περιβάλλουν την εξέλιξη του έργου. Με στοχευμένη ερώτηση προς το Υπουργείο Υποδομών και Μεταφορών, οι βουλευτές θέτουν το αυτονόητο αλλά αναπάντητο ερώτημα: πότε ακριβώς θα παραδοθεί η Γραμμή 4 στο επιβατικό κοινό.
Οι επίσημες εκδοχές αποκλίνουν επικίνδυνα. Η αρχική δέσμευση για ολοκλήρωση έως το 2029, όπως είχε διατυπωθεί σε ανώτατο κυβερνητικό επίπεδο, έρχεται πλέον σε αντίθεση με νεότερες εκτιμήσεις που μεταθέτουν την παράδοση για το 2032, ενώ η ανάδοχος κοινοπραξία φέρεται να διεκδικεί χρονική επέκταση έως και το 2034. Το αποτέλεσμα είναι μια πρωτοφανής θεσμική σύγχυση, όπου το ίδιο το κράτος εμφανίζεται να μην έχει σαφή εικόνα για το χρονοδιάγραμμα ενός έργου που χρηματοδοτεί και επιβλέπει.
Η κριτική των βουλευτών δεν εξαντλείται στη χρονική υστέρηση. Επεκτείνεται στον πυρήνα της διαχείρισης του έργου, ζητώντας πλήρη διαφάνεια ως προς τον επιμερισμό ευθυνών μεταξύ Δημοσίου και αναδόχου, αλλά και σαφή αποτίμηση της οικονομικής επιβάρυνσης που ενδέχεται να προκύψει από ρήτρες, αποζημιώσεις και καθυστερήσεις στην παράδοση εργοταξιακών χώρων. Σε αυτό το πλαίσιο, αναδεικνύεται και η αντιπαράθεση μεταξύ της Ελληνικό Μετρό Α.Ε. και της κατασκευαστικής κοινοπραξίας, με αιχμές ακόμη και για τεχνητή επιμήκυνση του χρόνου κατασκευής.
Οι συνέπειες αυτής της παρατεταμένης εκκρεμότητας είναι πολλαπλασιαστικές. Δεν πλήττεται μόνο η ήδη επιβαρυμένη καθημερινότητα των πολιτών στο κέντρο της Αθήνας, αλλά τίθεται σε άμεσο κίνδυνο και το σύνολο του στρατηγικού σχεδιασμού για την επέκταση του δικτύου. Η καθυστέρηση του βασικού τμήματος λειτουργεί ως «ντόμινο» για τις επεκτάσεις προς Ίλιον και Πετρούπολη, αλλά και προς Βύρωνα και Άνω Ηλιούπολη, περιοχές που εξακολουθούν να στερούνται πρόσβασης σε μετρό. Παράλληλα, εγείρονται εύλογες ανησυχίες για πιθανή απώλεια ευρωπαϊκών πόρων, καθώς η μη τήρηση χρονοδιαγραμμάτων μπορεί να οδηγήσει σε αναθεώρηση χρηματοδοτήσεων
Μέσα σε αυτό το τοπίο στασιμότητας, οι παρεμβάσεις του Δημάρχου Αθηναίων, Χάρη Δούκα, επιχειρούν να αναδιατάξουν τη συζήτηση σε πιο ουσιαστική βάση. Η προσέγγισή του δεν περιορίζεται στην επιτάχυνση ενός έργου, αλλά επεκτείνεται σε ένα συνολικό μοντέλο βιώσιμης κινητικότητας, που αμφισβητεί ευθέως τις παρωχημένες πολιτικές διεύρυνσης οδικών αξόνων. Με αναφορές σε διεθνή παραδείγματα, επισημαίνει ότι η αύξηση των λωρίδων κυκλοφορίας δεν επιλύει το πρόβλημα, αλλά το αναπαράγει.
Τα δεδομένα που παρουσιάζονται είναι αποκαλυπτικά για τη δομική αποτυχία του υφιστάμενου μοντέλου: εκατοντάδες χιλιάδες χαμένα δρομολόγια λεωφορείων, μετρό που υπολειτουργεί σε σχέση με τις δυνατότητές του και τεράστιο οικονομικό κόστος από την απώλεια παραγωγικού χρόνου στους βασικούς οδικούς άξονες. Σε αντίθεση με αυτή την εικόνα, ο Δήμος Αθηναίων προτείνει ένα συνεκτικό πλαίσιο παρεμβάσεων, με ενίσχυση των μέσων μαζικής μεταφοράς, ενιαίο συγκοινωνιακό σχεδιασμό για όλη την Αττική και ριζική αναπροσαρμογή της αστικής φιλοσοφίας προς μια πόλη φιλική στον άνθρωπο
Η έννοια των «γειτονιών των 15 λεπτών», η ανάπτυξη δημοτικής συγκοινωνίας, η ενίσχυση των πεζοδρομήσεων και η δημιουργία οργανωμένου δικτύου ποδηλάτου συνιστούν τον πυρήνα μιας εναλλακτικής στρατηγικής που φιλοδοξεί να αποσυνδέσει την καθημερινή μετακίνηση από την εξάρτηση στο ΙΧ. Πρόκειται για μια κατεύθυνση που ευθυγραμμίζεται με τις σύγχρονες ευρωπαϊκές τάσεις, σε πλήρη αντίθεση με την αποσπασματικότητα που χαρακτηρίζει τον κεντρικό σχεδιασμό.
Η αντιπαραβολή είναι αναπόφευκτη. Από τη μία πλευρά, μια κυβέρνηση που μεταθέτει διαρκώς χρονοδιαγράμματα και αφήνει να αιωρούνται κρίσιμα ερωτήματα για τη διαχείριση δημόσιων έργων. Από την άλλη, μια τοπική διοίκηση που επιχειρεί να αρθρώσει ένα συνεκτικό και προοδευτικό όραμα για την πόλη. Το διακύβευμα πλέον υπερβαίνει τη Γραμμή 4: αφορά το αν η Αθήνα θα συνεχίσει να λειτουργεί με όρους προηγούμενων δεκαετιών ή αν θα περάσει σε μια νέα εποχή βιώσιμης, δίκαιης και αποτελεσματικής κινητικότητας.
