ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ
«Ηρακλής»: Τα “κόκκινα” δάνεια έφυγαν από τις τράπεζες, αλλά ο λογαριασμός μένει ανοιχτός μέχρι το 2081
Μία νέα διάσταση του σχεδίου «Ηρακλής» για τη διαχείριση των «κόκκινων» δανείων φέρνει στο φως δημοσίευμα της «Εφημερίδας των Συντακτών», αναδεικνύοντας τις μακροχρόνιες οικονομικές επιπτώσεις της κρατικής παρέμβασης που επέτρεψε στις τράπεζες να εξυγιάνουν τους ισολογισμούς τους.
Σύμφωνα με το δημοσίευμα, οι τιτλοποιήσεις δανείων που ξεκίνησαν το 2020 θα συνεχίσουν να παράγουν οικονομικές υποχρεώσεις έως και το 2081, καθώς τότε προβλέπεται να λήξουν τα τελευταία ομόλογα που συνδέονται με το πρόγραμμα κρατικών εγγυήσεων.
Το σχέδιο «Ηρακλής» αποτέλεσε το βασικό εργαλείο για την απομάκρυνση των μη εξυπηρετούμενων δανείων από τους ισολογισμούς των ελληνικών τραπεζών. Με τη στήριξη της κρατικής εγγύησης, τα προβληματικά δάνεια τιτλοποιήθηκαν και μετατράπηκαν σε ομόλογα υψηλής διαβάθμισης, επιτρέποντας στις τράπεζες να μειώσουν δραστικά το ποσοστό των «κόκκινων» δανείων και να επιστρέψουν σε κερδοφορία.
Ωστόσο, η άλλη πλευρά της εξίσωσης αφορά το δημόσιο συμφέρον και το μακροχρόνιο κόστος του μηχανισμού. Όπως επισημαίνεται, οι τράπεζες και οι εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων (servicers) διασφάλισαν εξαρχής συγκεκριμένες αμοιβές, ενώ διεθνή επενδυτικά κεφάλαια και εξειδικευμένα funds επένδυσαν σε χαρτοφυλάκια υψηλού ρίσκου, προσδοκώντας αντίστοιχα υψηλές αποδόσεις.
Η κρατική εγγύηση υπήρξε το κρίσιμο στοιχείο που επέτρεψε τη μετατροπή δανείων τα οποία χαρακτηρίζονταν επενδυτικά «σκουπίδια» σε τίτλους υψηλής πιστοληπτικής αξιολόγησης, δημιουργώντας ένα πλαίσιο που αφενός σταθεροποίησε το τραπεζικό σύστημα, αφετέρου μετακύλησε σημαντικό μέρος του κινδύνου στο Δημόσιο.
Το δημοσίευμα επαναφέρει στο προσκήνιο τη συζήτηση για το πραγματικό κόστος της διάσωσης του τραπεζικού συστήματος και για το κατά πόσο η εξυγίανση των τραπεζών συνοδεύτηκε από ανάλογη προστασία των δανειοληπτών. Η συζήτηση αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα σε μια περίοδο όπου χιλιάδες πολίτες εξακολουθούν να βρίσκονται αντιμέτωποι με τις απαιτήσεις των servicers, ενώ οι συνέπειες των επιλογών της προηγούμενης δεκαετίας αναμένεται να παραμείνουν ενεργές για περισσότερο από μισό αιώνα ακόμη.
