ΔΙΕΘΝΗ
Μπέρναμ: Ένας (ακόμα) Δήμαρχος που γίνεται Πρωθυπουργός στην Ευρώπη
Η άνοδος ηγετών που προέρχονται από την αυτοδιοίκηση δεν αποτελεί μια συγκυριακή πολιτική εξέλιξη. Αντανακλά μια βαθύτερη μετατόπιση στον τρόπο με τον οποίο οι κοινωνίες αναζητούν πλέον πολιτική ηγεσία. Σε μια εποχή όπου η εμπιστοσύνη προς τα παραδοσιακά κόμματα φθίνει, η διοικητική αποτελεσματικότητα και η άμεση επαφή με την καθημερινότητα των πολιτών αποκτούν μεγαλύτερη αξία από τη μακρά κομματική διαδρομή.
Το μοντέλο που αναδεικνύεται διεθνώς βασίζεται σε μια διαφορετική αντίληψη διακυβέρνησης. Η αυτοδιοίκηση λειτουργεί ως πεδίο εφαρμογής πολιτικών με μετρήσιμα αποτελέσματα και όχι ως χώρος θεωρητικών εξαγγελιών. Οι πολίτες αξιολογούν αν οι συγκοινωνίες βελτιώθηκαν, αν δημιουργήθηκαν νέες κατοικίες, αν προσελκύστηκαν επενδύσεις, αν αναβαθμίστηκε η ποιότητα ζωής. Η αποτελεσματικότητα γίνεται πολιτικό κεφάλαιο.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η ανάδειξη ενός νέου προοδευτικού μοντέλου που δεν εγκλωβίζεται στη σύγκρουση μεταξύ απόλυτου κρατισμού και ανεξέλεγκτης ιδιωτικοποίησης. Αντίθετα, επιδιώκει μια λειτουργική συνεργασία δημόσιου και ιδιωτικού τομέα, όπου το κράτος και η αυτοδιοίκηση θέτουν τους κανόνες, διασφαλίζουν το δημόσιο συμφέρον και προστατεύουν την κοινωνική συνοχή, ενώ η ιδιωτική οικονομία αναλαμβάνει την υλοποίηση επενδύσεων και την παραγωγή ανάπτυξης.
Η αποκέντρωση αποτελεί τον δεύτερο θεμελιώδη πυλώνα αυτής της φιλοσοφίας. Σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες η μεταφορά αρμοδιοτήτων και πόρων στις τοπικές κοινωνίες θεωρείται προϋπόθεση αποτελεσματικής διακυβέρνησης. Οι αποφάσεις λαμβάνονται πιο κοντά στον πολίτη, οι λύσεις προσαρμόζονται στις πραγματικές ανάγκες κάθε περιοχής και η λογοδοσία γίνεται περισσότερο άμεση.
Για την Ελλάδα, η συζήτηση αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Η αυτοδιοίκηση παραμένει θεσμικά και οικονομικά εξαρτημένη από το κεντρικό κράτος, ενώ ελάχιστοι πολιτικοί έχουν κατορθώσει να μετατρέψουν μια επιτυχημένη αυτοδιοικητική διαδρομή σε εθνικό πολιτικό σχέδιο. Ωστόσο, η διεθνής εμπειρία δείχνει ότι οι μεγάλες πολιτικές αλλαγές ξεκινούν συχνά από τις πόλεις και τις περιφέρειες, εκεί όπου οι πολίτες μπορούν να διαπιστώσουν άμεσα τα αποτελέσματα των πολιτικών επιλογών.
Το σημαντικότερο συμπέρασμα είναι ότι η αυτοδιοίκηση δεν αποτελεί πλέον τον τελευταίο βαθμό της πολιτικής ιεραρχίας, αλλά μπορεί να εξελιχθεί στο σημαντικότερο εργαστήριο παραγωγής δημόσιας πολιτικής. Οι δήμοι μετατρέπονται σε χώρους καινοτομίας, κοινωνικών συνεργασιών και εφαρμογής νέων μοντέλων ανάπτυξης, τα οποία στη συνέχεια μπορούν να επεκταθούν σε εθνικό επίπεδο.
Σε μια περίοδο όπου τα παραδοσιακά κόμματα δυσκολεύονται να εμπνεύσουν και να διαμορφώσουν σταθερές κοινωνικές πλειοψηφίες, η αυτοδιοίκηση αναδεικνύεται ως ο χώρος όπου η πολιτική μπορεί να ανακτήσει την αξιοπιστία της. Όχι μέσα από συνθήματα, αλλά μέσα από έργο, συμμετοχή, λογοδοσία και απτά αποτελέσματα. Ίσως εκεί να βρίσκεται το πιο αξιόπιστο υπόδειγμα για τη νέα γενιά προοδευτικής διακυβέρνησης στην Ελλάδα και στην Ευρώπη.
