ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ
“Κόκκινα Δάνεια”: Κέρδη – Μαμούθ για τους servicers
Σε μια περίοδο έντονης δημόσιας συζήτησης γύρω από τις επιπτώσεις των αποφάσεων της Δικαιοσύνης για τον Νόμο Κατσέλη και τις πιθανές συνέπειες στο πλαίσιο του προγράμματος «Ηρακλής», έχει προβληθεί επανειλημμένα το επιχείρημα περί ενδεχόμενης δημοσιονομικής επιβάρυνσης του Ελληνικού Δημοσίου, λόγω των κρατικών εγγυήσεων που συνοδεύουν τις τιτλοποιήσεις μη εξυπηρετούμενων δανείων.
Ωστόσο, την ίδια στιγμή που κυριαρχούσε στη δημόσια σφαίρα η ανησυχία για τον λεγόμενο «δημοσιονομικό κίνδυνο», δημοσιευμένα στοιχεία για την αγορά των εταιρειών διαχείρισης απαιτήσεων (servicers), όπως παρουσιάζονται από την ιστοσελίδα ieidisis.gr, αποτυπώνουν μια ιδιαίτερα διαφορετική εικόνα ως προς τη δυναμική και την κερδοφορία του κλάδου.
Σύμφωνα με τα εν λόγω στοιχεία, τρεις βασικοί διαχειριστές συγκεντρώνουν περίπου το 84,8% της αγοράς, γεγονός που καταδεικνύει υψηλό βαθμό συγκέντρωσης σε περιορισμένο αριθμό εταιρικών σχημάτων. Παράλληλα, αναφέρονται περιθώρια κερδοφορίας τα οποία, όπως σημειώνεται, διαμορφώνονται σε ιδιαίτερα υψηλά επίπεδα: Intrum Hellas 61,5%, doValue Greece 51,2% και Cepal 46%.
Σε επίπεδο οικονομικών αποτελεσμάτων, καταγράφεται ότι η Intrum Hellas εμφανίζει για το 2025 κέρδη προ φόρων 79 εκατ. ευρώ και καθαρά κέρδη 60,6 εκατ. ευρώ, ενώ την τελευταία τετραετία έχουν, σύμφωνα με τα ίδια στοιχεία, πραγματοποιηθεί διανομές ύψους 120 εκατ. ευρώ προς την Τράπεζα Πειραιώς και 478 εκατ. ευρώ προς τη μητρική εταιρεία στη Σουηδία.
Τα δεδομένα αυτά επαναφέρουν στο προσκήνιο μια σειρά από ερωτήματα ως προς τη συνολική αρχιτεκτονική του συστήματος διαχείρισης των κόκκινων δανείων και τη σχέση μεταξύ δημόσιου κινδύνου και ιδιωτικής απόδοσης.
Πρώτον, σε ποιο βαθμό η δημόσια συζήτηση που προηγήθηκε της δικαστικής κρίσης για τον Νόμο Κατσέλη αποτύπωσε πλήρως το σύνολο των οικονομικών δεδομένων της αγοράς, ή εστίασε κυρίως στην πλευρά των ενδεχόμενων επιβαρύνσεων για το Δημόσιο.
Δεύτερον, πώς αξιολογείται η ιδιαίτερα υψηλή συγκέντρωση της αγοράς σε λίγους μεγάλους servicers, όπως προκύπτει από τα διαθέσιμα ποσοτικά στοιχεία.
Τρίτον, με ποιο τρόπο ερμηνεύονται τα αναφερόμενα περιθώρια κερδοφορίας σε σχέση με άλλους τομείς της ελληνικής και ευρωπαϊκής οικονομίας, στο μέτρο που αυτά τα δεδομένα αντανακλούν πραγματικές οικονομικές επιδόσεις.
Τέταρτον, κατά πόσο το θεσμικό πλαίσιο του προγράμματος «Ηρακλής» και οι κρατικές εγγυήσεις που το συνοδεύουν διασφαλίζουν ισορροπημένη κατανομή κινδύνου και οφέλους μεταξύ Δημοσίου, τραπεζικού συστήματος και εταιρειών διαχείρισης απαιτήσεων.
Το ζήτημα παραμένει ανοιχτό στο πεδίο της οικονομικής και θεσμικής αξιολόγησης, με τα διαθέσιμα στοιχεία να τροφοδοτούν έναν ευρύτερο προβληματισμό για τον τρόπο λειτουργίας μιας αγοράς που συνδέεται άμεσα με το τραπεζικό σύστημα και, κατ’ επέκταση, με το δημόσιο συμφέρον.
