ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ
Πριν από τις «20 αλήθειες», η κυβέρνηση θα πρέπει να απαντήσει στις πραγματικές αντιφάσεις της οικονομίας
Γράφει ο Γαβρής Αγγελος
Το επικοινωνιακό αφήγημα της κυβέρνησης περί «20 αληθειών» για την ελληνική οικονομία επιχειρεί να εδραιώσει την εικόνα μιας χώρας που αφήνει οριστικά πίσω της την κρίση και βαδίζει με ασφάλεια προς την ευρωπαϊκή σύγκλιση. Ωστόσο, οι ίδιες οι εκθέσεις ανεξάρτητων φορέων και ευρωπαϊκών θεσμών περιγράφουν μια πραγματικότητα πολύ πιο σύνθετη, εκθέτοντας τις αδυναμίες ενός success story που στηρίζεται κυρίως σε επιλεκτική ανάγνωση των στοιχείων.
Οι πρόσφατες εκθέσεις του ΙΟΒΕ, του ΙΝΕ-ΓΣΕΕ και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής συγκλίνουν σε ένα βασικό συμπέρασμα: η ελληνική οικονομία εμφανίζει πρόοδο σε ορισμένους μακροοικονομικούς δείκτες, αλλά εξακολουθεί να αντιμετωπίζει σοβαρές διαρθρωτικές αδυναμίες που περιορίζουν την πραγματική ευημερία των πολιτών.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προβλέπει επιβράδυνση της ανάπτυξης τα επόμενα χρόνια, ενώ προειδοποιεί ότι η ενεργειακή ακρίβεια συνεχίζει να διαβρώνει το πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών. Την ίδια στιγμή, το ΙΟΒΕ επισημαίνει ότι η ελληνική οικονομία παραμένει εξαρτημένη από τις εισαγωγές, παρουσιάζει χαμηλή εγχώρια αποταμίευση και σημαντικό επενδυτικό κενό, χαρακτηριστικά που απέχουν από το αφήγημα ενός παραγωγικού μετασχηματισμού.
Αντίστοιχα, η κυβερνητική προβολή της μείωσης της ανεργίας δεν αναιρεί το γεγονός ότι η μακροχρόνια ανεργία εξακολουθεί να είναι από τις υψηλότερες στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ενώ οι ελλείψεις δεξιοτήτων και οι διαρθρωτικές αδυναμίες της αγοράς εργασίας εξακολουθούν να αποτελούν τροχοπέδη για τη βιώσιμη ανάπτυξη.
Στο πεδίο των εισοδημάτων, η εικόνα γίνεται ακόμη πιο δύσκολη για το κυβερνητικό αφήγημα. Παρά τις αυξήσεις στους ονομαστικούς μισθούς, η αγοραστική δύναμη συνεχίζει να πιέζεται από τον επίμονα υψηλό πληθωρισμό και το αυξημένο κόστος ζωής. Το ΙΝΕ-ΓΣΕΕ καταγράφει ότι μεγάλα τμήματα της κοινωνίας εξακολουθούν να βρίσκονται αντιμέτωπα με τον κίνδυνο φτώχειας και τις αυξανόμενες κοινωνικές ανισότητες, γεγονός που αποτυπώνει το χάσμα μεταξύ των θετικών στατιστικών και της καθημερινής εμπειρίας των πολιτών.
Ακόμη και στο πεδίο του δημόσιου χρέους, όπου η κυβέρνηση προβάλλει τη σημαντική αποκλιμάκωση του δείκτη χρέους προς ΑΕΠ, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή υπενθυμίζει ότι το ελληνικό χρέος εξακολουθεί να συγκαταλέγεται στα υψηλότερα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η μείωση του λόγου χρέους προς ΑΕΠ οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στην ονομαστική αύξηση του ΑΕΠ και στα υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα και όχι στην εξάλειψη των δομικών κινδύνων.
Το βασικό πολιτικό συμπέρασμα είναι ότι η οικονομική πραγματικότητα δεν μπορεί να αποτυπωθεί αποκλειστικά μέσα από επιλεγμένους δείκτες και κυβερνητικά ενημερωτικά σημειώματα. Η επιβράδυνση της ανάπτυξης, η ακρίβεια, η αδύναμη αγοραστική δύναμη, οι επίμονες ανισότητες και η εξάρτηση από εξωτερικούς πόρους συνθέτουν μια εικόνα που απέχει αισθητά από το αφήγημα μιας οικονομίας η οποία έχει αφήσει οριστικά πίσω της τις χρόνιες παθογένειές της.
Οι εκθέσεις των ανεξάρτητων φορέων δεν αμφισβητούν ότι έχουν υπάρξει βελτιώσεις. Αμφισβητούν όμως ότι αυτές αρκούν για να δικαιολογήσουν το συμπέρασμα πως η ελληνική οικονομία έχει ήδη πετύχει μια βιώσιμη και κοινωνικά δίκαιη ανάκαμψη. Και αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο κενό στις «20 αλήθειες» της κυβέρνησης.
