ΠΟΛΙΤΙΚΗ
Ο Πολιτισμός δεν είναι εμπόρευμα – Η αλαζονεία της εξουσίας δεν μπορεί να σβήσει την ιστορία
«Κάποιοι δεν αντέχουν την επιτυχία», δήλωσε από το βήμα της Βουλής η υπουργός Πολιτισμού. Μόνο που στην προκειμένη περίπτωση η πραγματική συζήτηση δεν αφορά την «επιτυχία» της κυβέρνησης, αλλά το εάν η πολιτιστική κληρονομιά της χώρας μπορεί να μετατραπεί σταδιακά σε πεδίο επιχειρηματικής δραστηριότητας.
Η επίκληση της επιτυχίας αποτελεί έναν βολικό αντιπερισπασμό. Αποφεύγει να απαντήσει στο κρίσιμο ερώτημα: γιατί μια κυβέρνηση που διακηρύσσει ότι προστατεύει τον ελληνικό πολιτισμό επέλεξε να προωθήσει ένα νομοθετικό πλαίσιο το οποίο, σύμφωνα με την αντιπολίτευση, επιστημονικούς φορείς και συλλόγους εργαζομένων στον χώρο του Πολιτισμού, ανοίγει για πρώτη φορά θεσμικά τον δρόμο για ευρύτερη συμμετοχή ιδιωτικών φορέων στη διαχείριση και αξιοποίηση της πολιτιστικής κληρονομιάς;
Η συγκεκριμένη υπουργός δεν λογοδότησε ποτέ απευθείας στους πολίτες μέσω της εκλογικής διαδικασίας. Παρ’ όλα αυτά, βρίσκεται επί δεκαετίες στον πυρήνα του κρατικού μηχανισμού, ανεξάρτητα από κυβερνήσεις και πολιτικές εναλλαγές. Σήμερα αποτελεί ένα από τα πιο χαρακτηριστικά πρόσωπα του επιτελικού κράτους της Νέας Δημοκρατίας, αναλαμβάνοντας να υλοποιήσει επιλογές που μεταβάλλουν τη φυσιογνωμία της πολιτιστικής πολιτικής της χώρας.
Το πρόσφατο νομοσχέδιο για την πολιτιστική κληρονομιά προκάλεσε σφοδρές αντιδράσεις. Η κυβέρνηση υποστηρίζει ότι εκσυγχρονίζει το πλαίσιο διαχείρισης. Οι επικριτές της, αντίθετα, επισημαίνουν ότι δημιουργείται ένα νέο μοντέλο, στο οποίο ιδιωτικοί φορείς αποκτούν αυξημένες δυνατότητες συμμετοχής στη διαχείριση, στην αξιοποίηση και, υπό προϋποθέσεις, στην εμπορική εκμετάλλευση πολιτιστικών αγαθών. Αυτό ακριβώς θεωρούν ότι συνιστά μια ιστορική μετατόπιση από την αποκλειστική δημόσια προστασία προς ένα μοντέλο όπου η αγορά αποκτά ολοένα και μεγαλύτερο ρόλο.
Δεν είναι τυχαίο ότι αρχαιολόγοι, πανεπιστημιακοί, εργαζόμενοι στον χώρο του Πολιτισμού και πολιτικές δυνάμεις της αντιπολίτευσης προειδοποίησαν ότι η πολιτιστική κληρονομιά δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως οικονομικός πόρος προς αξιοποίηση. Τα μνημεία, οι αρχαιολογικοί χώροι, τα μουσεία και τα τεκμήρια της ιστορικής μας διαδρομής δεν αποτελούν περιουσιακά στοιχεία μιας κυβέρνησης, ούτε μπορούν να εντάσσονται στη λογική της αγοράς. Ανήκουν στην κοινωνία και στις επόμενες γενιές.
Η πολιτιστική κληρονομιά προστατεύεται από το Σύνταγμα ακριβώς επειδή δεν είναι εμπόρευμα. Δεν αποτελεί αντικείμενο πολιτικής διαχείρισης με όρους marketing ούτε πεδίο οικονομικών πειραματισμών. Αποτελεί στοιχείο της ιστορικής συνέχειας του ελληνικού λαού και δημόσιο αγαθό, το οποίο το κράτος οφείλει να προστατεύει χωρίς αστερίσκους και χωρίς γκρίζες ζώνες.
Γι’ αυτό και η κριτική δεν μπορεί να απορρίπτεται ως «ζήλια για την επιτυχία». Η δημοκρατία απαιτεί λογοδοσία. Όταν μια κυβέρνηση αλλάζει το θεσμικό πλαίσιο που διέπει τη διαχείριση της πολιτιστικής κληρονομιάς, ο δημόσιος έλεγχος δεν είναι εμπόδιο· είναι υποχρέωση. Και όταν διατυπώνονται σοβαρές ανησυχίες ότι δημιουργούνται προϋποθέσεις μεγαλύτερης ιδιωτικής διείσδυσης στον τρόπο αξιοποίησης του πολιτιστικού αποθέματος της χώρας, οι απαντήσεις οφείλουν να είναι τεκμηριωμένες και όχι επικοινωνιακές.
Ο ελληνικός Πολιτισμός δεν είναι ιδιοκτησία καμίας κυβέρνησης. Δεν παραχωρείται, δεν εμπορευματοποιείται και δεν προσφέρεται για επικοινωνιακές κορώνες. Είναι η συλλογική μνήμη του τόπου και η ευθύνη κάθε δημοκρατικής πολιτείας είναι να τον διαφυλάσσει ως δημόσιο αγαθό, όχι να δοκιμάζει τα όρια της αγοράς πάνω στην ιστορία αυτού του τόπου.
