ΓΝΩΜΕΣ
Επτά χρόνια διακυβέρνησης για τους λίγους και αρεστούς μπορούν να περάσουν στη λήθη με ένα βράδυ υποσχέσεων για τους πολλούς;
Άρθρο γνώμης: Γαβρής Άγγελος
Χρειάστηκαν επτά χρόνια εξουσίας για να ανακαλύψει ο Κυριάκος Μητσοτάκης ότι υπάρχει μια κοινωνία που δυσκολεύεται να πληρώσει το ενοίκιο, τον λογαριασμό του ρεύματος και το σούπερ μάρκετ. Και χρειάστηκε ένα βράδυ στη Θεσσαλονίκη για να επιχειρήσει να πείσει ότι η κυβέρνηση που διαχειρίστηκε αυτή την πραγματικότητα μπορεί τώρα να εμφανιστεί ως προστάτης των θυμάτων της.
Η παρουσία του πρωθυπουργού στη ΔΕΘ δεν ήταν η ομιλία ενός πολιτικού που αναλαμβάνει την ευθύνη για επτά χρόνια διακυβέρνησης. Ήταν η προσπάθεια ενός συστήματος εξουσίας να αγοράσει πολιτικό χρόνο. Με επιδόματα, φορολογικές ελαφρύνσεις, υποσχέσεις για το μέλλον και έναν δημοσιονομικό χώρο δισεκατομμυρίων, ο οποίος εμφανίζεται την ώρα που η κοινωνική δυσαρέσκεια έχει πλέον αποκτήσει πολιτικό βάθος.
Το ερώτημα επομένως δεν είναι μόνο πόσα ανακοίνωσε ο Κυριάκος Μητσοτάκης. Είναι γιατί χρειάστηκαν επτά χρόνια για να τα ανακοινώσει.
Η πολιτική των επιδομάτων έχει ονοματεπώνυμο
Στους δημόσιους υπαλλήλους δεν επέστρεψε ο 13ος μισθός. Ανακοινώθηκε επίδομα Χριστουγέννων 500 ευρώ. Στους συνταξιούχους δεν επέστρεψε η 13η σύνταξη. Ανακοινώθηκε ετήσια ενίσχυση.
Η διαφορά δεν είναι λογιστική. Είναι βαθιά πολιτική.
Η μόνιμη ενίσχυση του εισοδήματος δημιουργεί δικαιώματα και ασφάλεια. Το επίδομα δημιουργεί εξάρτηση από την επόμενη κυβερνητική απόφαση. Το πρώτο αντιμετωπίζει τον πολίτη ως εργαζόμενο, συνταξιούχο και φορολογούμενο με σταθερές ανάγκες. Το δεύτερο τον αντιμετωπίζει ως αποδέκτη μιας παροχής που μπορεί κάθε φορά να παρουσιάζεται ως κυβερνητική γενναιοδωρία.
Αυτό είναι το μοντέλο που οικοδομήθηκε τα προηγούμενα χρόνια: η κοινωνία πληρώνει την ακρίβεια, το κράτος εισπράττει αυξημένα έσοδα και, όταν η πολιτική πίεση μεγαλώνει, ένα μέρος επιστρέφει στους πολίτες με πανηγυρικές ανακοινώσεις.
Δεν είναι αναδιανομή πλούτου. Είναι αναδιανομή ενός μέρους της ζημιάς.
Και όσο εντυπωσιακός κι αν είναι ένας κατάλογος εξαγγελιών, δεν μπορεί να εξαφανίσει όσα απουσιάζουν.
Για το ιδιωτικό χρέος, τους υπερχρεωμένους πολίτες, τους δανειολήπτες και τη σχέση τους με funds και servicers δεν παρουσιάστηκε η μεγάλη πολιτική ανατροπή που απαιτεί η έκταση του προβλήματος.
Για την ενέργεια, η υπόσχεση ότι οι τιμές θα μειωθούν στο μέλλον δεν απαντά στο θεμελιώδες ερώτημα: γιατί επί χρόνια τα ελληνικά νοικοκυριά και οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις βρέθηκαν τόσο εκτεθειμένα στις διακυμάνσεις μιας αγοράς στην οποία η συγκέντρωση οικονομικής ισχύος παραμένει τεράστια;
Και στη στέγη, η διεύρυνση των στεγαστικών προγραμμάτων δεν αρκεί για να βαφτιστεί ολοκληρωμένη στεγαστική πολιτική. Δάνειο σημαίνει χρηματοδότηση αγοράς κατοικίας. Στεγαστική πολιτική σημαίνει επίσης προσιτά ενοίκια, κοινωνική κατοικία, αύξηση του διαθέσιμου αποθέματος και προστασία μιας γενιάς που βλέπει την αυτόνομη διαβίωση να μετατρέπεται σε πολυτέλεια.
Η Ελλάδα των χαμηλών προσδοκιών
Το βαθύτερο πρόβλημα της επταετίας Μητσοτάκη δεν αποτυπώνεται μόνο στους οικονομικούς δείκτες. Αποτυπώνεται στην καθημερινότητα μιας κοινωνίας που εκπαιδεύεται να θεωρεί επιτυχία το αυτονόητο.
Να πανηγυρίζει επειδή πήρε μερικές εκατοντάδες ευρώ πίσω. Να θεωρεί φυσιολογικό ότι χρειάζεται επίδομα για να πληρώσει βασικές ανάγκες. Να συνηθίζει ότι η κατοικία είναι άπιαστη για έναν νέο εργαζόμενο. Να πληρώνει όλο και περισσότερα από την τσέπη του για υγεία, παιδεία και αξιοπρεπή διαβίωση.
Αυτή είναι ίσως η πιο επικίνδυνη πολιτική κληρονομιά του σημερινού συστήματος εξουσίας: η κανονικοποίηση των χαμηλών προσδοκιών.
Μια χώρα στην οποία η κυβέρνηση δεν υπόσχεται πλέον ότι ο πολίτης θα ζήσει ουσιαστικά καλύτερα. Του υπόσχεται ότι θα τον βοηθήσει λίγο περισσότερο για να αντέξει αυτό που ήδη ζει.
Και ύστερα του ζητά να φοβηθεί την πολιτική αλλαγή.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης επενδύει συστηματικά στο δίλημμα «σταθερότητα ή περιπέτεια». Μόνο που έπειτα από επτά χρόνια εξουσίας, το δίλημμα επιστρέφει στον δημιουργό του.
Σταθερότητα για ποιον;
Για τον εργαζόμενο που βλέπει το πραγματικό του εισόδημα να πιέζεται; Για τον νέο που δεν μπορεί να νοικιάσει σπίτι; Για τον μικρομεσαίο που παλεύει με ενέργεια, φορολογία και κόστος λειτουργίας; Για τον δανειολήπτη που βρίσκεται αντιμέτωπος με ένα πανίσχυρο σύστημα διαχείρισης απαιτήσεων;
Όταν η ανασφάλεια γίνεται μόνιμη κατάσταση, η συνέχιση της ίδιας πολιτικής παύει να είναι σταθερότητα.
Γίνεται η ίδια η περιπέτεια.
Ο προοδευτικός χώρος απέναντι σε μια ιστορική ευθύνη
Απέναντι σε αυτή την πραγματικότητα, το κρίσιμο ζήτημα δεν είναι ποιος θα κερδίσει μερικές μονάδες μέσα στην αντιπολίτευση. Ούτε αν το ΠΑΣΟΚ, η πολιτική πρωτοβουλία που αναπτύσσεται γύρω από τον Αλέξη Τσίπρα ή οποιαδήποτε άλλη δύναμη θα καταφέρει να κυριαρχήσει οργανωτικά στον χώρο.
Αυτό είναι ένα ερώτημα που ενδιαφέρει τους κομματικούς μηχανισμούς πολύ περισσότερο από όσο ενδιαφέρει την κοινωνία.
Το πραγματικό ερώτημα είναι αν ο προοδευτικός χώρος μπορεί να συγκροτήσει ξανά μια πειστική κοινωνική και πολιτική πλειοψηφία. Με σοβαρό πρόγραμμα για το εισόδημα, την κατοικία, το κοινωνικό κράτος, την παραγωγική ανασυγκρότηση, το ιδιωτικό χρέος, την ενέργεια και τη λειτουργία των θεσμών.
Η προοδευτική παράταξη δεν χρειάζεται άλλον έναν εμφύλιο για το ποιος δικαιούται να ηγηθεί της. Χρειάζεται να αποδείξει ότι μπορεί να κυβερνήσει διαφορετικά.
Γιατί η μεγάλη πολιτική σύγκρουση της επόμενης περιόδου δεν πρέπει να είναι ανάμεσα στις διαφορετικές εκδοχές του προοδευτικού χώρου.
Πρέπει να είναι ανάμεσα σε δύο διαφορετικές εκδοχές της Ελλάδας.
Από τη μία, μια χώρα χαμηλών προσδοκιών, επιδοματικής διαχείρισης και μιας εξουσίας που ζητά διαρκώς περισσότερο χρόνο για να διορθώσει προβλήματα τα οποία ήδη είχε τον χρόνο να αντιμετωπίσει.
Και από την άλλη, μια Ελλάδα στην οποία η εργασία επιτρέπει αξιοπρεπή ζωή, η κατοικία δεν αποτελεί προνόμιο, το κοινωνικό κράτος δεν λειτουργεί ως έσχατο καταφύγιο και ο πολίτης δεν περιμένει κάθε Σεπτέμβριο από έναν πρωθυπουργό να του ανακοινώσει πόσα από όσα έχασε θα πάρει πίσω.
Αυτό είναι το πραγματικό πεδίο στο οποίο θα κριθεί ο προοδευτικός χώρος.
Όχι στο ποιος θα κερδίσει τον άλλον στο εσωτερικό του.
Αλλά στο αν μπορεί να κερδίσει ξανά την κοινωνία.
