Connect with us

ΓΝΩΜΕΣ

Brexit και νίκη του AfD στη Σαξονία- Ανχαλτ: Δύο διαφορετικά γεγονότα, η ίδια πολιτική προειδοποίηση

Published

on

Γράφει ο Γαβρής Αγγελος – Δημοσιογράφος/Πολιτικός Αναλυτής

Μην μπερδεύεστε. Έχει απόλυτη πολιτική σχέση η ανάλυση του #Brexit με τη σημερινή άνοδο του #AfD στη Γερμανία. Όχι επειδή πρόκειται για ταυτόσημα φαινόμενα. Δεν είναι. Αλλά επειδή αποτελούν διαφορετικές εκφράσεις μιας βαθύτερης κρίσης πολιτικής αντιπροσώπευσης, η οποία εδώ και χρόνια διατρέχει την Ευρώπη και αποδυναμώνει τις παραδοσιακές πολιτικές της ισορροπίες.

Και σε αυτή την εξέλιξη οι παραδοσιακές προοδευτικές δυνάμεις έχουν βαρύτατες πολιτικές ευθύνες. Στο όνομα της «κυβερνησιμότητας», της «σταθερότητας» και του πολιτικού ρεαλισμού, σημαντικό τμήμα της ευρωπαϊκής Σοσιαλδημοκρατίας επέλεξε κατά περιόδους τη σύμπλευση ή τον συμβιβασμό με δυνάμεις της συντήρησης και, κυρίως, την αποδοχή βασικών παραδοχών του νεοφιλελεύθερου οικονομικού υποδείγματος. Η κυβερνησιμότητα μετατράπηκε έτσι, πολύ συχνά, από μέσο εφαρμογής μιας προοδευτικής πολιτικής σε αυτοσκοπό. Και όταν η Αριστερά και η Κεντροαριστερά κυβερνούν χωρίς να καθίσταται ευδιάκριτη η διαφορά τους από τη συντηρητική διαχείριση, δεν χάνουν μόνο εκλογές. Χάνουν κοινωνικές τάξεις, πολιτικές αναφορές και τελικά τον λόγο ύπαρξής τους στα μάτια ενός τμήματος της κοινωνίας.

Αυτό είναι το σημείο που δεν πρέπει να αποσιωπηθεί. Η σημερινή επέλαση της Ακροδεξιάς δεν γεννήθηκε σε πολιτικό κενό. Αναπτύχθηκε και μέσα στο κενό που άφησε η υποχώρηση της προοδευτικής πολιτικής από τις μεγάλες κοινωνικές συγκρούσεις: την αναδιανομή του πλούτου, την εργασία, τους μισθούς, το κοινωνικό κράτος, τη δημόσια κατοικία, τις περιφερειακές ανισότητες και τον δημοκρατικό έλεγχο της οικονομίας.

Το Brexit υπήρξε μία από τις πρώτες μεγάλες προειδοποιήσεις ότι σημαντικό τμήμα των ευρωπαϊκών κοινωνιών δεν αντιλαμβανόταν πλέον την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση ως υπόσχεση ασφάλειας, κοινωνικής ανόδου και ελέγχου πάνω στη ζωή του. Η αποβιομηχάνιση, οι περιφερειακές ανισότητες, η λιτότητα, η εργασιακή ανασφάλεια και η αίσθηση ότι οι αποφάσεις λαμβάνονται από μια μακρινή πολιτική και οικονομική ελίτ δημιούργησαν το εύφλεκτο υλικό. Πάνω σε αυτό επένδυσαν ο εθνικισμός, η ξενοφοβία και η πολιτική του φόβου.

Από το «Take Back Control» στο AfD

Advertisement

Το κρίσιμο πολιτικό νήμα βρίσκεται ακριβώς εκεί. Το σύνθημα του Brexit, «Take Back Control», απέκτησε τεράστια ισχύ επειδή απευθύνθηκε σε ανθρώπους που αισθάνονταν ότι είχαν ήδη χάσει τον έλεγχο: της εργασίας τους, του εισοδήματός τους, της κοινότητάς τους, τελικά της ίδιας της πολιτικής εκπροσώπησής τους.

Η Ακροδεξιά έκανε τότε —και εξακολουθεί να κάνει σήμερα— κάτι που μεγάλο μέρος της ευρωπαϊκής Κεντροαριστεράς είχε σταματήσει να κάνει αποτελεσματικά: αναγνώρισε την οργή. Μόνο που στη συνέχεια της έδωσε τον λάθος εχθρό. Τον μετανάστη, τις Βρυξέλλες, τις μειονότητες, την πολυπολιτισμικότητα, τον υποτιθέμενο «εσωτερικό εχθρό».

Στη Γερμανία βλέπουμε πλέον μια πολύ πιο επικίνδυνη ωρίμανση αυτής της διαδικασίας. Το AfD δεν αποτελεί απλώς ένα κόμμα διαμαρτυρίας. Μετατρέπει την οικονομική ανασφάλεια, τις ανισότητες Ανατολής-Δύσης, το μεταναστευτικό, την ενεργειακή ανασφάλεια και τη δυσπιστία απέναντι στο πολιτικό σύστημα σε ένα συνεκτικό αντισυστημικό και εθνικιστικό αφήγημα.

Η συντηρητικοποίηση των ίδιων των προοδευτικών δυνάμεων

Advertisement

Υπάρχει, όμως, ακόμη μία ευθύνη που η ευρωπαϊκή Κεντροαριστερά οφείλει κάποτε να συζητήσει χωρίς υπεκφυγές: τη σταδιακή συντηρητικοποίηση της δικής της πολιτικής ατζέντας.

Απέναντι στην άνοδο της Δεξιάς και της Ακροδεξιάς, τμήματα των παραδοσιακών προοδευτικών κομμάτων δεν επιχείρησαν να αλλάξουν το πεδίο της πολιτικής αντιπαράθεσης. Αντίθετα, μετακινήθηκαν πολλές φορές προς το πεδίο που είχε ήδη ορίσει ο αντίπαλος: περισσότερη συζήτηση για περιορισμούς στη μετανάστευση, περισσότερη έμφαση στην ασφάλεια και την καταστολή, λιγότερη τόλμη στην αναδιανομή του πλούτου και πολύ μεγαλύτερη προσαρμογή στην οικονομική ορθοδοξία.

Και εδώ βρίσκεται μία από τις μεγαλύτερες στρατηγικές παγίδες της εποχής μας: όταν οι προοδευτικές δυνάμεις επιχειρούν να αντιμετωπίσουν τη Δεξιά υιοθετώντας τμήματα της ατζέντας της, συνήθως δεν αποδυναμώνουν τη Δεξιά. Νομιμοποιούν το πολιτικό της πλαίσιο.

Εάν ο δημόσιος διάλογος περιστρέφεται συνεχώς γύρω από το ποιος θα είναι αυστηρότερος στη μετανάστευση, ποιος θα επιβάλει περισσότερους περιορισμούς και ποιος θα αποδειχθεί περισσότερο «νόμος και τάξη», ο ψηφοφόρος που επιθυμεί αυτή την πολιτική έχει ελάχιστους λόγους να επιλέξει το προοδευτικό αντίγραφο αντί για το συντηρητικό ή ακροδεξιό πρωτότυπο.

Advertisement

Έτσι, όμως, δημιουργείται και ένα δεύτερο κενό. Ο εργαζόμενος που περιμένει από την Κεντροαριστερά να μιλήσει για τον μισθό του, ο νέος που δεν μπορεί να πληρώσει το ενοίκιό του, η οικογένεια που πιέζεται από το κόστος ζωής, ο πολίτης της περιφέρειας που αισθάνεται εγκαταλελειμμένος, ακούει ολοένα λιγότερο μια διακριτή προοδευτική πρόταση εξουσίας.

Η αποχή είναι επίσης πολιτική κραυγή

Υπάρχει, παράλληλα, ένας τεράστιος πολιτικός χώρος που συχνά εξαφανίζεται από τις αναλύσεις: οι πολίτες που δεν ψηφίζουν πλέον κανέναν.

Η αποχή δεν μπορεί να ερμηνεύεται συλλήβδην ως αδιαφορία. Σε σημαντικό τμήμα των κοινωνιών αποτελεί έκφραση αποξένωσης, δυσπιστίας και πεποίθησης ότι η εναλλαγή των κομμάτων δεν μεταβάλλει ουσιαστικά τις συνθήκες της καθημερινής ζωής. Εκεί βρίσκεται μια μεγάλη δεξαμενή πολιτών που δεν πέρασε κατ’ ανάγκην στην Ακροδεξιά, αλλά έπαψε να πιστεύει ότι η πολιτική μπορεί να την εκπροσωπήσει.

Advertisement

Και αυτή είναι ίσως μία από τις σοβαρότερες ήττες της ευρωπαϊκής προοδευτικής παράταξης. Δεν έχασε μόνο ψηφοφόρους προς τα δεξιά. Έχασε ανθρώπους προς την παραίτηση από την ίδια την πολιτική συμμετοχή.

Υπάρχει μάλιστα μια ακόμη πιο ανησυχητική εξέλιξη. Σε ορισμένες περιπτώσεις η Ακροδεξιά δεν επωφελείται απλώς από την αποχή των άλλων. Καταφέρνει να κινητοποιεί ενεργά πολίτες, να μετατρέπει την απογοήτευση σε συμμετοχή και την κοινωνική οργή σε θετική ψήφο υπέρ μιας ριζοσπαστικής δεξιάς πρότασης.

Η μεγάλη ευθύνη της Ευρωπαϊκής Ένωσης

Εδώ βρίσκεται και η ευθύνη της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Μια Ευρώπη που επί χρόνια εμφανίστηκε σε εκατομμύρια πολίτες περισσότερο ως μηχανισμός δημοσιονομικής πειθαρχίας παρά ως πολιτική κοινότητα κοινωνικής προστασίας άφησε χώρο στους εχθρούς της ευρωπαϊκής ιδέας.

Advertisement

Όταν η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση δεν μεταφράζεται στην καθημερινότητα σε καλύτερους μισθούς, αξιοπρεπή κατοικία, ισχυρές δημόσιες υπηρεσίες, ενεργειακή ασφάλεια και πραγματική σύγκλιση των περιφερειών, το σύνθημα «περισσότερη Ευρώπη» δεν αρκεί ως πολιτική απάντηση. Και τότε εμφανίζονται οι δημαγωγοί για να προτείνουν τη δική τους: λιγότερη Ευρώπη, περισσότερα σύνορα, περισσότερος εθνικισμός.

Οι Προοδευτικές Δυνάμεις δεν είναι αθώες

Ακόμη βαρύτερη είναι η ευθύνη των ευρωπαϊκών προοδευτικών δυνάμεων. Για χρόνια ένα σημαντικό τμήμα της Σοσιαλδημοκρατίας αποδέχθηκε ως περίπου αναπόφευκτο το οικονομικό πλαίσιο που παρήγαγε ανισότητες και επισφάλεια. Διαχειρίστηκε περισσότερο απ’ όσο αμφισβήτησε. Και συχνά αντικατέστησε την παραδοσιακή κοινωνική της γλώσσα με έναν πολιτικό λόγο που δυσκολευόταν να φτάσει στις εργατικές και λαϊκές τάξεις.

Η κυβερνησιμότητα χωρίς πολιτική διαφοροποίηση έχει τίμημα. Όταν οι προοδευτικοί γίνονται απλώς ο κοινωνικά ηπιότερος διαχειριστής ενός οικονομικού και πολιτικού μοντέλου που καθορίζεται αλλού, ένα μέρος της κοινωνικής τους βάσης παύει να βλέπει σε αυτούς φορείς αλλαγής. Και τότε η περίφημη αντισυστημική ψήφος αρχίζει να αναζητεί άλλους εκφραστές.

Advertisement

Το αποτέλεσμα είναι εξαιρετικά επικίνδυνο: η κοινωνική οργή δεν εξαφανίστηκε επειδή η Αριστερά και η Σοσιαλδημοκρατία έπαψαν να την εκφράζουν. Άλλαξε πολιτικό ιδιοκτήτη. Ένα μέρος της οδηγήθηκε στην αποχή. Ένα άλλο στράφηκε σε αντισυστημικά κόμματα. Και ένα ολοένα μεγαλύτερο κομμάτι βρίσκει σήμερα πολιτική στέγη στην Ακροδεξιά.

Αυτό είναι το νήμα που συνδέει πολιτικά το Brexit με το AfD. Όχι μια απλοϊκή εξίσωση δύο διαφορετικών ιστορικών φαινομένων, αλλά ένας κοινός μηχανισμός πολιτικής αποσύνδεσης: κοινωνική ανασφάλεια, απώλεια εμπιστοσύνης, κρίση αντιπροσώπευσης, υποχώρηση της προοδευτικής ταυτότητας και τελικά κατάληψη του κενού από δυνάμεις που προσφέρουν εύκολους εχθρούς αντί για δύσκολες λύσεις.

Η απάντηση δεν μπορεί να είναι ούτε η μίμηση της Ακροδεξιάς ούτε ένα αυτάρεσκο «δημοκρατικό τόξο» που περιμένει τους πολίτες να επιστρέψουν επειδή απλώς τους εξηγεί πόσο επικίνδυνη είναι η άλλη πλευρά. Χρειάζεται ξανά διακριτή προοδευτική πολιτική πρόταση για τους μισθούς, την κατοικία, τις ανισότητες, τις δημόσιες υπηρεσίες, την περιφέρεια, την πράσινη μετάβαση και τη δημοκρατική συμμετοχή.

Το Brexit ήταν προειδοποίηση. Η εκτόξευση του AfD είναι μια πολύ ισχυρότερη προειδοποίηση. Και το κρίσιμο ζήτημα για την ευρωπαϊκή Σοσιαλδημοκρατία δεν είναι μόνο πώς θα εμποδίσει τους πολίτες να πάνε στην Ακροδεξιά. Είναι εάν θα εγκαταλείψει την πολιτική της προσαρμογής και της διαχείρισης και θα τους δώσει ξανά έναν πραγματικό λόγο να επιστρέψουν στην προοδευτική πολιτική.

Advertisement