ΓΝΩΜΕΣ
Ο «κουμπαράς» του Μητσοτάκη δείχνει πόσο πολύ η κυβέρνηση ΝΔ δεν ξέρει πώς πραγματικά ζει η κοινωνία
Υπάρχουν κυβερνητικά μέτρα που μπορεί κανείς να κρίνει ως λανθασμένα. Υπάρχουν άλλα που αποτυγχάνουν επειδή σχεδιάστηκαν πρόχειρα. Και υπάρχουν εκείνα που έχουν μεγαλύτερη πολιτική σημασία, επειδή αποκαλύπτουν πώς αντιλαμβάνεται μια κυβέρνηση την κοινωνία που κυβερνά.
Ο «Κουμπαράς για τη Νέα Γενιά» που ανακοίνωσε ο Κυριάκος Μητσοτάκης στη ΔΕΘ ανήκει, κατά τη γνώμη μου, στην τρίτη κατηγορία.
Η εξαγγελία προβλέπει ότι οι γονείς θα μπορούν, στα δύο πρώτα χρόνια από τη γέννηση του παιδιού τους, να ανοίγουν έναν ειδικό λογαριασμό και να αποταμιεύουν έως 1.200 ευρώ τον χρόνο. Για κάθε ποσό που θα καταθέτει η οικογένεια, το κράτος θα καταθέτει ισόποσο, μέχρι το συγκεκριμένο όριο. Ο ίδιος ο πρωθυπουργός έδωσε ως παράδειγμα μια οικογένεια που μπορεί να αποταμιεύει 100 ευρώ κάθε μήνα, ώστε το παιδί να φτάσει στα 18 του με κεφάλαιο άνω των 60.000 ευρώ.
Και κάπου εδώ αρχίζει το πραγματικό πολιτικό πρόβλημα.
Πρώτα πρέπει να περισσεύουν 100 ευρώ
Για να πάρεις τα 100 ευρώ του κράτους, πρέπει προηγουμένως να διαθέτεις τα δικά σου 100 ευρώ. Για να αξιοποιήσεις πλήρως την κρατική ενίσχυση, πρέπει να έχεις τη δυνατότητα να βγάζεις από τον οικογενειακό προϋπολογισμό 1.200 ευρώ κάθε χρόνο και να τα δεσμεύεις για το μέλλον.
Αυτό ασφαλώς δεν σημαίνει ότι η αποταμίευση είναι κάτι κακό. Ούτε ότι μια πολιτική που βοηθά μια οικογένεια να δημιουργήσει κεφάλαιο για το παιδί της στερείται χρησιμότητας.
Σημαίνει, όμως, κάτι πολύ συγκεκριμένο: ότι όσο μεγαλύτερη δυνατότητα αποταμίευσης έχει μια οικογένεια, τόσο μεγαλύτερη κρατική ενίσχυση μπορεί να αντλήσει από τον συγκεκριμένο μηχανισμό. Αντίθετα, η οικογένεια που στο τέλος του μήνα δεν έχει τίποτα να αποταμιεύσει δεν μπορεί να αξιοποιήσει το αντίστοιχο όφελος.
Αυτό δεν είναι λεπτομέρεια σχεδιασμού. Είναι η ταξική διάσταση του μέτρου.
Και προκαλεί ακόμη μεγαλύτερη εντύπωση επειδή παρουσιάζεται στο πλαίσιο της αντιμετώπισης του δημογραφικού προβλήματος.
Διότι το πρώτο ερώτημα για ένα νέο ζευγάρι που αναβάλλει ή εγκαταλείπει την απόφαση να αποκτήσει παιδί δεν είναι πόσα χρήματα θα έχει το παιδί στον τραπεζικό του λογαριασμό όταν γίνει 18 ετών. Είναι εάν το ίδιο το ζευγάρι μπορεί να πληρώσει το ενοίκιο τον επόμενο μήνα. Εάν μπορεί να βρει αξιοπρεπές σπίτι. Εάν μπορεί να πληρώσει βρεφονηπιακό σταθμό. Εάν η εργασία του είναι αρκετά σταθερή ώστε να σχεδιάσει οικογένεια. Εάν δύο μισθοί αρκούν για να μεγαλώσει ένα παιδί χωρίς η καθημερινότητα να μετατραπεί σε οικονομική άσκηση επιβίωσης.
Το δημογραφικό δεν είναι πρόβλημα χρηματοοικονομικής παιδείας
Εδώ βρίσκεται ίσως η μεγαλύτερη πολιτική παρανόηση.
Το δημογραφικό δεν αντιμετωπίζεται πρωτίστως δημιουργώντας «κουλτούρα αποταμίευσης». Αντιμετωπίζεται δημιουργώντας συνθήκες που επιτρέπουν στους ανθρώπους να κάνουν οικογένεια.
Με μισθούς που επαρκούν. Με προσιτή κατοικία. Με σταθερή εργασία. Με δημόσιους βρεφονηπιακούς σταθμούς. Με ουσιαστική προστασία της μητρότητας και της πατρότητας. Με χρόνο για την οικογένεια. Με ένα κοινωνικό κράτος που αναλαμβάνει μέρος του πραγματικού κόστους ανατροφής ενός παιδιού.
Κυρίως, όμως, αντιμετωπίζεται δίνοντας ασφάλεια σε ανθρώπους 25, 30 και 35 ετών ότι μπορούν να σχεδιάσουν τη ζωή τους σήμερα.
Διότι δεν αποφασίζει ένα ζευγάρι να αποκτήσει παιδί επειδή υπολόγισε ότι, με μια συγκεκριμένη επενδυτική απόδοση, το παιδί θα διαθέτει ένα αξιόλογο κεφάλαιο το 2044. Αποφασίζει όταν αισθάνεται ότι μπορεί να το μεγαλώσει το 2027.
Η κοινωνία που βλέπει το Μέγαρο Μαξίμου
Γι’ αυτό το συγκεκριμένο μέτρο έχει ενδιαφέρον πέρα από τη δημοσιονομική του διάσταση. Λειτουργεί σχεδόν ως καθρέφτης της κοινωνικής αντίληψης της κυβέρνησης.
Μοιάζει να απευθύνεται σε μια Ελλάδα όπου η οικογένεια έχει κάθε μήνα ένα ποσό διαθέσιμο, έχει καλύψει στέγη, ενέργεια, τρόφιμα, μετακινήσεις, δάνεια και έξοδα παιδιών και στο τέλος αναρωτιέται πού θα τοποθετήσει την αποταμίευσή της.
Αυτή η Ελλάδα υπάρχει.
Υπάρχει, όμως, και μια άλλη.
Είναι η Ελλάδα των νέων που μένουν για χρόνια στο πατρικό τους επειδή η αυτόνομη στέγαση είναι απαγορευτική. Των εργαζομένων που περιμένουν τον επόμενο μισθό για να καλύψουν υποχρεώσεις του προηγούμενου μήνα. Των ζευγαριών που αναβάλλουν τη δημιουργία οικογένειας όχι επειδή δεν έχουν αναπτύξει «κουλτούρα αποταμίευσης», αλλά επειδή δεν υπάρχει διαθέσιμο εισόδημα για να αποταμιευθεί.
Και εδώ το ζήτημα παύει να είναι τεχνοκρατικό. Γίνεται βαθιά πολιτικό.
Όταν η χώρα αντιμετωπίζεται σαν εταιρεία
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης έχει επενδύσει πολιτικά στην εικόνα της αποτελεσματικής, τεχνοκρατικής διακυβέρνησης. Στην αντίληψη ότι τα προβλήματα λύνονται με management, με δείκτες, εργαλεία, κίνητρα και κατάλληλους μηχανισμούς.
Ας δεχθούμε, για τις ανάγκες της συζήτησης, αυτή τη λογική.
Μια στοιχειωδώς σοβαρή διοίκηση, πριν σχεδιάσει ένα προϊόν για μια συγκεκριμένη κοινωνική ομάδα, προσπαθεί πρώτα να καταλάβει τις πραγματικές ανάγκες της συγκεκριμένης ομάδας. Δεν σχεδιάζει με βάση τη ζωή των στελεχών της. Δεν θεωρεί ότι ο δικός της κοινωνικός μικρόκοσμος αποτελεί αντιπροσωπευτικό δείγμα ολόκληρης της αγοράς.
Πολύ περισσότερο δεν επιτρέπεται να το κάνει μια κυβέρνηση.
Η χώρα δεν είναι εταιρεία και οι πολίτες δεν είναι πελάτες. Αλλά ακόμη και αν υιοθετούσαμε αυτή την αγαπημένη τεχνοκρατική μεταφορά, η βασική αρχή θα παρέμενε ίδια: αν δεν γνωρίζεις τον άνθρωπο για τον οποίο σχεδιάζεις την πολιτική, σχεδιάζεις λάθος πολιτική.
Και όταν σχεδιάζεις πολιτική για το δημογραφικό χωρίς να ξεκινάς από την οικονομική πραγματικότητα εκείνων που σήμερα δυσκολεύονται να κάνουν το πρώτο τους παιδί, τότε πιθανότατα δεν έχεις κατανοήσει το πρόβλημα που ισχυρίζεσαι ότι επιχειρείς να λύσεις.
Το κράτος επιδοτεί τη δυνατότητα αποταμίευσης
Υπάρχει και μια δεύτερη, ιδεολογικά ενδιαφέρουσα πλευρά.
Με τον συγκεκριμένο σχεδιασμό, η κρατική συνεισφορά συνδέεται με την ιδιωτική δυνατότητα αποταμίευσης. Όποιος μπορεί να βάλει περισσότερα —μέχρι το προβλεπόμενο όριο— παίρνει περισσότερα. Όποιος δεν μπορεί να βάλει τίποτα, δεν μπορεί να ενεργοποιήσει αντίστοιχη κρατική συμμετοχή.
Έτσι δημιουργείται ένα παράδοξο για ένα μέτρο κοινωνικής και δημογραφικής πολιτικής: η οικονομική δυνατότητα της οικογένειας γίνεται προϋπόθεση για την πλήρη αξιοποίηση της δημόσιας ενίσχυσης.
Και αυτό αξίζει σοβαρή πολιτική συζήτηση.
Διότι μια προοδευτική δημογραφική πολιτική θα ξεκινούσε από την αντίστροφη αρχή: όσο μεγαλύτερη είναι η οικονομική αδυναμία μιας νέας οικογένειας, τόσο ισχυρότερη πρέπει να είναι η παρέμβαση του κράτους.
Όχι επειδή πρέπει να τιμωρηθεί εκείνος που έχει τη δυνατότητα να αποταμιεύει. Αλλά επειδή ο σκοπός της κοινωνικής πολιτικής είναι πρωτίστως να μειώνει τις ανισότητες αφετηρίας, όχι να τις μεταφέρει στον επόμενο χρηματοοικονομικό μηχανισμό.
Το πρόβλημα βρίσκεται στο σήμερα
Υπάρχει τέλος μια ειρωνεία που δύσκολα παραβλέπεται.
Η κυβέρνηση προτείνει ένα κεφάλαιο που θα αποδώσει τη μεγάλη του χρησιμότητα όταν το σημερινό νεογέννητο ενηλικιωθεί. Το δημογραφικό πρόβλημα, όμως, απαιτεί οι άνθρωποι που βρίσκονται σήμερα σε αναπαραγωγική ηλικία να αισθανθούν ότι μπορούν σήμερα να αποκτήσουν παιδιά.
Εκεί κρίνεται η πολιτική.
Στην κατοικία που δεν βρίσκει το νέο ζευγάρι. Στον μισθό που τελειώνει πριν από τον μήνα. Στο κόστος ενός παιδιού. Στην επισφάλεια της εργασίας. Στην έλλειψη χρόνου. Στην αγωνία για το αύριο.
Ο «κουμπαράς» μπορεί να αποτελέσει ένα χρήσιμο συμπληρωματικό χρηματοοικονομικό εργαλείο για οικογένειες που μπορούν να τον αξιοποιήσουν. Δεν πρέπει όμως να συγχέεται με μια ολοκληρωμένη απάντηση στο δημογραφικό.
Γιατί πριν ζητήσεις από μια γενιά να αποταμιεύσει για τα παιδιά που θα έχει σε 18 χρόνια, πρέπει πρώτα να έχεις δημιουργήσει τις συνθήκες ώστε αυτή η γενιά να μπορεί να αποφασίσει ότι θα κάνει παιδιά.
Και αυτή η απόφαση δεν λαμβάνεται στον τραπεζικό λογαριασμό του 2044.
Λαμβάνεται στον οικογενειακό προϋπολογισμό του 2026.
