“Η Ποινικοποίηση της Ακαδημαϊκής Ζωής”

Γράφει ο Σωτήρης Ιωαννίδης

Στις 17 Φεβρουαρίου 2021, δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως ο Νόμος 4777 της Υπουργού Παιδείας Κεραμέως για τον τρόπο εισαγωγής και τη λειτουργία της Ανώτατης Εκπαίδευσης. Ένας νόμος που, όπως διαφήμισε η Κυβέρνηση, αποτελεί έκφραση «Κοινής Λογικής» και η μοναδική λύση για την καταπολέμηση των διαχρονικών παθογενειών στα Ελληνικά Πανεπιστήμια των μεγάλων αστικών κέντρων. 

Ο νόμος βρήκε τη θερμή υποδοχή από την φοιτητική παράταξη του κυβερνώντος κόμματος και από καθηγητές και πρυτάνεις που πρόσκεινται στον κεντρώο χώρο και δεξιότερα. Από την άλλη πλευρά, φοιτητικοί σύλλογοι, αριστερές παρατάξεις και πολλοί καθηγητές αλλά και πρυτάνεις, όπως του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, αντιτάχθηκαν στην ψήφιση του νομοσχεδίου και οργανώθηκαν πορείες και διαδηλώσεις με ιδιαίτερα μεγάλη συμμετοχή. Μέχρι και καταλήψεις σημειώθηκαν με αιτήματα την απόσυρση του νόμου, αλλά και το άνοιγμα των Σχολών, ώστε να επανέλθει η ακαδημαϊκή δραστηριότητα στην κανονικότητα, καθώς τα ΑΕΙ και ΤΕΙ της χώρας παραμένουν επί ένα χρόνο κλειστά. Στη Θεσσαλονίκη, με εντολή του Πρύτανη, η κατάληψη του ΑΠΘ διαλύθηκε με ιδιαίτερα βίαιο τρόπο, ενώ είχε προαναγγελθεί την ίδια μέρα η λήξη της από τους ίδιους τους φοιτητές. Νομικά, δεν μπορεί να αρνηθεί κανείς ότι η κατάληψη αποτελεί μία παράνομη πράξη ˙ πολιτικά ωστόσο, ως μέσο πίεσης, μπορεί να αντιταχθεί πως αποτελεί την ύστατη μέθοδο για να ακουστούν τα επιχειρήματα των φοιτητών, οι οποίοι δεν ερωτήθηκαν για το νομοσχέδιο που αλλάζει άρδην τα ΑΕΙ της χώρας. Και φυσικά, η αντιμετώπισή τους ωσάν να επρόκειτο για επικίνδυνους εγκληματίες του κοινού ποινικού δικαίου γεννά περισσότερα ερωτήματα και ενστάσεις για την τακτική της Κυβέρνησης.    

Αυτή η διάθεση αντιμετώπισης των φοιτητών ως εν δυνάμει εγκληματιών γίνεται εμφανέστερη αν διαβάσει κανείς προσεκτικότερα τις προβλέψεις του νόμου Κεραμέως. Κατ’ αρχάς, το Πανεπιστήμιο μετατρέπεται σε ένα χώρο διαρκούς επιτήρησης. Στο άρθρο 12, παρ. 2 προβλέπεται εγκατάσταση εξοπλισμού με κάμερες, συσκευές οπτικοακουστικού υλικού, αισθητήρες ανίχνευσης κίνησης, απαγορευμένων αντικειμένων και συναγερμούς σε εξωτερικούς και εσωτερικούς χώρους. Δεν θα υπάρχει εγκατάστασή τους στους χώρους διδασκαλίας και εργαστηρίων, αλλά σε όλο τον υπόλοιπο χώρο θα υπάρχουν αυτές οι συσκευές παρακολούθησης. Υπενθυμίζεται ότι η εγκατάσταση και λειτουργία τους επιτρέπεται μόνο για την πρόληψη και αντιμετώπιση αξιόποινων πράξεων κατά της σωματικής ακεραιότητας και ελευθερίας, γενετήσιας προσβολής και εκμετάλλευσης και τα κακουργήματα της νομοθεσίας περί εξαρτησιογόνων ουσιών. Για την πρόληψη όμως περιστατικών που όντως έχουν παρατηρηθεί, αλλά δεν αποτελούν γενικευμένες καταστάσεις ούτε εκπροσωπούν το σύνολο των ΑΕΙ, όπως θέλουν ορισμένα ΜΜΕ να τα παρουσιάσουν ως άντρα ανομίας, το σύνολο της ακαδημαϊκής κοινότητας θα πρέπει να δρα σε ένα περιβάλλον που θα ομοιάζει με φυλακή υψίστης ασφαλείας. Προβλέπεται επίσης (παρ. 3) η εγκατάσταση «Κέντρου Ελέγχου και Λήψης Σημάτων και Εικόνων», το οποίο θα συνδέεται με τα τεχνολογικά συστήματα ασφάλειας και επικοινωνιών εντός του ΑΕΙ και θα συγκεντρώνει τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα όλων των ατόμων που κινούνται στο χώρο. Μία τεράστια βάση δεδομένων που γεννά πολλά ερωτήματα τόσο ως προς την εφαρμογή της Ευρωπαϊκής Οδηγίας για τα Δεδομένα Προσωπικού Χαρακτήρα (GDPR) όπως και τον τρόπο διαχείρισης τόσο ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων, καθώς υπεύθυνη επεξεργασίας θα είναι η Ελληνική Αστυνομία (παρ. 5). Σημειωτέον ότι στην είσοδο των πανεπιστημιακών χώρων θα διενεργούνται έλεγχοι, ώστε να αποτραπεί η είσοδος ατόμων που δεν έχουν σχέση με το Ίδρυμα. Επομένως, αν είσαι φοιτητής που ξέχασες την ακαδημαϊκή σου ταυτότητα, αν είσαι φίλος φοιτητή από άλλο τμήμα ή εξωπανεπιστημιακός που απλά θες να παρακολουθήσεις ένα μάθημα εκτός της ιδιότητάς σου, δεν θα μπορείς να εισέλθεις στο χώρο.

Μία άλλη πτυχή είναι πως θεσμοθετείται πειθαρχικό δίκαιο με γλώσσα καθαρά ποινικο-δικονομική, που θα αντιμετωπίζει τον φοιτητή ως κατηγορούμενο σε ποινική δίκη και τους πρυτάνεις και τους καθηγητές ως διωκτικές αρχές και ανακριτές. Το άρθρο 22 είναι ενδεικτικό, καθώς ορίζει τα εξής:

«1. Αρχές και κανόνες του ποινικού δικαίου και της ποινικής δικονομίας εφαρμόζονται αναλόγως και στο πειθαρχικό δίκαιο των φοιτητών, εφόσον δεν αντίκεινται στις ρυθμίσεις του παρόντος και συνάδουν με τη φύση και τον σκοπό της πειθαρχικής διαδικασίας. 

  1. Εφαρμόζονται ιδίως οι αρχές και οι κανόνες που αφορούν: 

α) στους λόγους αποκλεισμού της υπαιτιότητας και της ικανότητας προς καταλογισμό, 

β) στις ελαφρυντικές ή επιβαρυντικές περιστάσεις για την επιμέτρηση της πειθαρχικής ποινής,

 γ) στην έμπρακτη μετάνοια, 

δ) στο δικαίωμα σιγής του πειθαρχικώς διωκομένου, 

ε) στην πραγματική και νομική πλάνη,

 στ) στο τεκμήριο αθωότητας του πειθαρχικώς διωκομένου,

 ζ) στην επιείκεια υπέρ του πειθαρχικώς διωκομένου». 

Στο άρθρο 23 απαριθμούνται ενδεικτικά πειθαρχικά παραπτώματα που μπορεί να τελεστούν από φοιτητές με δόλο ή από αμέλεια: παραβίαση του αδιάβλητου των εξετάσεων, λογοκλοπή, καταστροφή κινητής ή ακίνητης περιουσίας του ιδρύματος, παρεμπόδιση της εύρυθμης λειτουργίας του ιδρύματος (εκπαιδευτικής, ερευνητικής, μονομελών και συλλογικών οργάνων και υπηρεσιών, χρήσης των εγκαταστάσεων και του εξοπλισμού), χρήση των στεγασμένων ή ανοικτών χώρων, των εγκαταστάσεων, των υποδομών και του εξοπλισμού του ιδρύματος χωρίς την άδεια των αρμόδιων οργάνων του, ρύπανση των χώρων και χρήση απαγορευμένων ουσιών του  ν. 4139/2013. Στο άρθρο 24 προβλέπονται αρκετά δυσμενείς πειθαρχικές ποινές: ξεκινώντας από μία απλή έγγραφη επίπληξη, συνεχίζοντας σε απαγόρευση συμμετοχής σε εξετάσεις ενός ή περισσοτέρων μαθημάτων, για μία ή περισσότερες εξεταστικές περιόδους, προσωρινή ή μόνιμη απαγόρευση χρήσης εξοπλισμού ή εγκαταστάσεων, προσωρινή αναστολή της φοιτητικής ιδιότητας από έναν έως είκοσι τέσσερις μήνες και καταλήγοντας στην οριστική διαγραφή. Οι συγκεκριμένες ποινές μπορούν να καταστούν ιδιαιτέρως δυσχερείς σε φοιτητές που λόγω οικονομικών συγκυριών αναγκάζονται να εργαστούν και θα στερηθούν του δικαιώματος συμμετοχής σε εξετάσεις και συνεπώς καθυστέρησης λήψης πτυχίου, οπότε και θα αντιμετωπίσουν τον κίνδυνο οριστικής διαγραφής λόγω του ανωτάτου ορίου φοίτησης, που επανέρχεται. Η ταξική διάκριση μεταξύ προνομιούχων και μη προνομιούχων δεν μπορεί να μείνει απαρατήρητη.

Πρόσωπα που κανονικά θα πρέπει να εγγυώνται την ομαλή ακαδημαϊκή λειτουργία, να μεταλαμπαδεύουν γνώση και να είναι κοντά στον φοιτητή, όπως ο πρύτανης, ο πρόεδρος του τμήματος, ο κοσμήτορας της σχολής και τα μέλη του Διδακτικού Προσωπικού, τα οποία θα αποτελούν μέρος του Πειθαρχικού Συμβουλίου των Φοιτητών (αρ. 25, παρ. 3), θα καθίστανται διώκτες σε μία πειθαρχική δίκη που θα δυναμιτίζει την ακαδημαϊκή κοινότητα και στα μάτια πολλών φοιτητών θα αντιμετωπίζονται ως εχθροί. Στο άρθρο 26 προβλέπεται ο τρόπος άσκησης και η διαδικασία της πειθαρχικής δίωξης, με την έγγραφη κλήση σε προηγούμενη ακρόαση (απολογία) του πειθαρχικώς διωκομένου ενώπιον του αρμόδιου μονομελούς πειθαρχικού οργάνου είτε με την παραπομπή του στο πειθαρχικό συμβούλιο μετά από πειθαρχική ανάκριση. Στο έγγραφο κλήσης και το παραπεμπτήριο έγγραφο θα περιγράφονται τα πραγματικά περιστατικά που θα στοιχειοθετούν το πειθαρχικό παράπτωμα, οι διατάξεις που το τυποποιούν και το αποδεικτικό υλικό, στο οποίο ο διωκόμενος θα έχει δυνατότητα πρόσβασης. Ο φοιτητής θα έχει δικαίωμα να παρίσταται με συνήγορο και να προτείνει μάρτυρες υπεράσπισης. Όταν δεν θα είναι γνωστά τα πρόσωπα που έχουν τελέσει την πράξη, ο Πρόεδρος του Τμήματος ή ο Κοσμήτορας θα παραγγέλλει Ένορκη Διοικητική Εξέταση (ΕΔΕ), ορίζοντας ταυτόχρονα το μέλος ΔΕΠ που θα τη διεξαγάγει, για τη διαπίστωση της τέλεσης πειθαρχικού παραπτώματος, τον προσδιορισμό των προσώπων που ευθύνονται, καθώς και στη διερεύνηση των συνθηκών κάτω από τις οποίες αυτό έχει τελεστεί, μέσω της εξέτασης μαρτύρων, διενέργειας αυτοψίας και πραγματογνωμοσύνης

Στο άρθρο 27 προβλέπονται οι ανακριτικές πράξεις που θα διεξάγονται από το Πειθαρχικό Συμβούλιο Φοιτητών και η πειθαρχική ανάκριση, υποχρεωτική κατά κανόνα και μη αναγκαία κατ` εξαίρεση όταν: 

α) τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την αντικειμενική υπόσταση του πειθαρχικού παραπτώματος προκύπτουν από τον φάκελο κατά τρόπο αναμφισβήτητο, 

β) ο φοιτητής ομολογεί με την απολογία του κατά τρόπο μη επιδεχόμενο αμφισβήτησης ότι διέπραξε το πειθαρχικό παράπτωμα, 

γ) έχει προηγηθεί ανάκριση ή προανάκριση σύμφωνα με τον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας για ποινικό αδίκημα που αποτελεί και πειθαρχικό παράπτωμα,

 δ) έχει διενεργηθεί, πριν την έκδοση του παραπεμπτηρίου εγγράφου, ΕΔΕ ή άλλη ένορκη εξέταση κατά την οποία διαπιστώθηκε διάπραξη πειθαρχικού παραπτώματος από συγκεκριμένο φοιτητή. 

Ανακριτικές πράξεις που μπορούν να διεξαχθούν είναι: αυτοψία, εξέταση μαρτύρων, πραγματογνωμοσύνη, ανωμοτί εξέταση του διωκομένου. Ο φοιτητής θα μπορεί να προσβάλλει την απόφαση επιβολής πειθαρχικής ποινής με αίτηση ακυρώσεως ενώπιον του κατά τόπον αρμοδίου Διοικητικού Εφετείου (αρ 31). 

Από όλα τα παραπάνω διαπιστώνει κανείς ότι το Πανεπιστήμιο δεν θα αποτελεί πλέον χώρο μάθησης και έρευνας, ανταλλαγής ιδεών και απόψεων και δημιουργικής έκφρασης, αλλά Ποινικό και Διοικητικό Δικαστήριο. 

Και φυσικά, αφήσαμε για το τέλος τις περίφημες Ομάδες Προστασίας Πανεπιστημιακών Ιδρυμάτων (ΟΠΠΙ), οι οποίες ξεσήκωσαν και τις μεγαλύτερες αντιδράσεις. Το συγκεκριμένο αστυνομικό σώμα θα αποτελείται από ειδικούς φρουρούς, οι οποίοι κατά κανόνα επανδρώνονται για την προστασία ευαίσθητων στόχων, σύμφωνα με το Ν 2734/1999, όπως προξενικών αρχών, πολιτικών και διπλωματών και οι οποίοι υπάγονται στο Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη. Αυτό αποτελεί ξεκάθαρη αντινομία ως προς το αυτοδιοίκητο των ακαδημαϊκών ιδρυμάτων που προβλέπεται στο άρθρο 16 του Συντάγματος. Το συγκεκριμένο σώμα θα έχει την εξουσία να διενεργεί περιπολίες εντός των πανεπιστημιακών χώρων, πρόληψη αξιοποίνων πράξεων και προανακριτικές πράξεις, ευτυχώς χωρίς πυροβόλα όπλα. Το καίριο ζήτημα είναι όμως ότι η εκπαίδευση των ειδικών φρουρών δεν υπερβαίνει τους τρεις(!) μήνες. Δηλαδή μέσα σε τρεις μήνες, το προσωπικό αυτό θα πρέπει να διδαχθεί βασικές αρχές Συνταγματικού και Ποινικού Δικαίου, Ποινικής Δικονομίας, Ψυχολογία, αντιμετώπιση κρίσεων, εκπαίδευση για ακινητοποίηση και σύλληψη χωρίς να προκαλέσει περιττό πόνο στο άτομο, και όλα αυτά ενώ θα έχει να κάνει με νεαρούς ενήλικες 18-24 ετών, οι οποίοι είναι ακόμα σε ευαίσθητο ψυχοκοινωνικό στάδιο ανάπτυξης της προσωπικότητάς τους, η ιδιαιτερότητα του οποίου αναγνωρίζεται και από την ποινική νομοθεσία ως ελαφρυντικό στοιχείο. Φυσικά όμως, αν οι δράστες απομακρυνθούν του χώρου του Πανεπιστημίου, τα στελέχη του ΟΠΠΙ θα είναι αναρμόδια να δράσουν και θα πρέπει να συνεργαστούν με τους συναδέλφους τους της Αστυνομίας, προκαλώντας μεγαλύτερο αποσυντονισμό στον επιχειρησιακό μηχανισμό.

Παρατηρεί κανείς πως το συγκεκριμένο νομοσχέδιο, στη θεωρία ίσως ακούγεται καλό στα ώτα ορισμένου τμήματος της κοινωνίας, για τα περισσότερα όμως μέλη της ακαδημαϊκής κοινότητας προκαλεί υπέρμετρη δυσφορία. Τα Πανεπιστήμια θα αστυνομοκρατούνται με περισσότερους από 1000 ειδικούς φρουρούς, θα είναι καλωδιωμένα με συστήματα επιτήρησης, ο πρύτανης θα ενεργεί εν είδει Εισαγγελέα και οι καθηγητές σαν ανακριτές, και ο φοιτητής θα έχει την εικόνα πως αντιμετωπίζεται ως εν δυνάμει εγκληματίας. Τα φαινόμενα παραβατικότητας που όντως έχουν παρατηρηθεί ανά χρονικά διαστήματα σε ορισμένα πανεπιστημιακά τμήματα της χώρας δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν με την μετατροπή του ΑΕΙ σε αστυνομικού τμήματος, με τόσο ιδιαίτερες συνθήκες και νεανικό πληθυσμό στα πλαίσια της μετεφηβείας. Καμία άλλη χώρα του ανεπτυγμένου κόσμου δεν έχει αστυνομικό σώμα εντός των Πανεπιστημίων της, με εξαίρεση την Τουρκία του Ερντογάν, ούτε φυσικά διαχρονικά υπήρχε ανάλογο φαινόμενο πέρα από το διαβόητο χουντικό «Σπουδαστικό της Ασφάλειας». Τα πειθαρχικά μέτρα και η απειλή της διαγραφής οδηγούν στην περαιτέρω εντατικοποίηση των σπουδών που δεν θα αφήνουν στο φοιτητή χρόνο για τίποτα άλλο πέρα από διάβασμα, περιορίζοντας την κοινωνικοποίηση στο ελάχιστο και δημιουργώντας ασυμβίβαστο με την ανάγκη εργασίας για  τους οικονομικά αδύναμους, που μετά από μια δεκαετή και άνω οικονομική κρίση δεν είναι διόλου μειοψηφία. Η όλη αυστηροποίηση του πλαισίου λειτουργίας του Πανεπιστημίου δεν θα αφήσει να προκύψουν ποτέ όμορφες καταστάσεις που άφησαν ιστορία, όπως η συναυλία του καλλιτέχνη Φοίβου Δεληβοριά παρουσία 5000 φοιτητών στην κατάληψη της Φιλοσοφικής Αθηνών το 1999. Αλλά φυσικά τα Υπουργεία Παιδείας και Προστασίας του Πολίτη διατείνονται ότι τα ελληνικά Πανεπιστήμια αποτελούν «φυτώρια τρομοκρατών» και ότι το νομοσχέδιό τους αποτελεί μόνη λύση.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ