ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ
5η ακριβότερη τιμή καυσίμων στην Ε.Ε η Ελλάδα και 13η στον κόσμο!
Πώς η πολιτική καυσίμων κρατά τη χώρα στην κορυφή της ακρίβειας
Η εικόνα είναι αποκαλυπτική και δύσκολα επιδέχεται αμφισβήτηση. Την ώρα που χώρες της ευρύτερης περιοχής κινούνται σε επίπεδα τιμών πολύ χαμηλότερα, η Ελλάδα παραμένει σταθερά στις ακριβότερες αγορές καυσίμων, με την τιμή της βενζίνης να αγγίζει τα 1,9 ευρώ ανά λίτρο. Πρόκειται για μια επίδοση που δεν μπορεί να αποδοθεί αποκλειστικά στις διεθνείς εξελίξεις, αλλά αντανακλά μια συγκεκριμένη πολιτική επιλογή υψηλής φορολόγησης και περιορισμένων παρεμβάσεων.
Πηγη γραφήματος: “JoDi Graphistics”

Συγκριτικά, η Βουλγαρία και η Βόρεια Μακεδονία κινούνται κοντά στο 1,3 ευρώ, ενώ ακόμη και η Τουρκία καταγράφει αισθητά χαμηλότερες τιμές. Η απόκλιση αυτή δεν είναι απλώς αριθμητική· μεταφράζεται σε πραγματικό κόστος για νοικοκυριά και επιχειρήσεις, επιβαρύνοντας την κατανάλωση, τις μεταφορές και εν τέλει το σύνολο της οικονομικής δραστηριότητας.
Η κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη επιμένει σε μια γραμμή που αντιμετωπίζει τα καύσιμα ως βασικό δημοσιονομικό εργαλείο. Οι έμμεσοι φόροι διατηρούνται σε υψηλά επίπεδα, ενώ οι όποιες παρεμβάσεις έχουν αποδειχθεί αποσπασματικές και περιορισμένης αποτελεσματικότητας. Το αποτέλεσμα είναι μια αγορά όπου η τιμή στο πρατήριο αποσυνδέεται από τη διεθνή αποκλιμάκωση, όταν αυτή συμβαίνει, αλλά ακολουθεί πιστά κάθε ανοδική τάση.
Η επιβάρυνση δεν είναι μόνο οικονομική, αλλά και κοινωνική. Σε μια χώρα με χαμηλότερα εισοδήματα σε σχέση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, το κόστος καυσίμων λειτουργεί ως πολλαπλασιαστής ανισοτήτων. Οι πολίτες της περιφέρειας, οι επαγγελματίες των μεταφορών και οι μικρές επιχειρήσεις βρίσκονται αντιμέτωποι με ένα διαρκώς αυξανόμενο λειτουργικό κόστος, χωρίς ουσιαστικά αντισταθμιστικά μέτρα.
Η σύγκριση με την υπόλοιπη Ευρώπη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα: η Ελλάδα δεν είναι απλώς ακριβή, είναι δυσανάλογα ακριβή σε σχέση με την αγοραστική δύναμη των πολιτών της. Και όσο η πολιτική καυσίμων παραμένει εγκλωβισμένη σε μια στενή δημοσιονομική λογική, η πραγματική οικονομία θα συνεχίσει να πληρώνει το τίμημα.
