ΠΟΛΙΤΙΚΗ
Υποκλοπές: Καταδικαστική απόφαση για τους κατηγορουμένους -Πολιτικός σεισμός και προσωπική δικαίωση του Νίκου Ανδρουλάκη και του ΠΑΣΟΚ
Γράφει η Χριστίνα Κορασίδου*
Η ετυμηγορία στη δίκη για τις υποκλοπές, με την καταδίκη των κατηγορουμένων, συνιστά μείζονα θεσμική καμπή για τη χώρα. Η υπόθεση που ξεκίνησε ως τεχνικό ζήτημα «νόμιμων επισυνδέσεων» και κατέληξε σε διεθνές σκάνδαλο παρακολουθήσεων, επιστρέφει πλέον στο πολιτικό της κέντρο: την ευθύνη της εκτελεστικής εξουσίας για τη διασφάλιση του κράτους δικαίου.
Στο επίκεντρο της υπόθεσης βρέθηκε ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ – Κίνημα Αλλαγής, Νίκος Ανδρουλάκης, ο οποίος υπήρξε στόχος παρακολούθησης μέσω κακόβουλου λογισμικού και, όπως αποκαλύφθηκε, και μέσω της ΕΥΠ.
Από την πρώτη στιγμή, ο κ. Ανδρουλάκης επέλεξε τη θεσμική οδό: προσφυγή στη Δικαιοσύνη, ενημέρωση των ευρωπαϊκών αρχών, δημόσια επιμονή στη διαφάνεια. Σε ένα πολιτικό περιβάλλον όπου οι αποκαλύψεις συχνά απορροφώνται από τον θόρυβο της επικαιρότητας, η στρατηγική του αποδείχθηκε καθοριστική.
Η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας, υπό τον Κυριάκος Μητσοτάκης, είχε αρχικά απορρίψει τις καταγγελίες ως υπερβολικές ή πολιτικά υποκινούμενες.
Ακολούθησαν παραιτήσεις στενών συνεργατών του πρωθυπουργού και του διοικητή της ΕΥΠ, χωρίς όμως σαφή ανάληψη πολιτικής ευθύνης στο ανώτατο επίπεδο.
Η επίκληση της «εθνικής ασφάλειας» λειτούργησε ως ασπίδα αποσιώπησης, ενώ οι θεσμικές δικλίδες ελέγχου αποδείχθηκαν ανεπαρκείς.
Η καταδικαστική απόφαση, ανεξαρτήτως των επιμέρους ποινών, διαλύει τον πυρήνα της κυβερνητικής γραμμής ότι επρόκειτο για μια υπόθεση διοικητικών αστοχιών. Η Δικαιοσύνη αναγνώρισε ότι υπήρξε παραβίαση θεμελιωδών δικαιωμάτων. Και αυτή η αναγνώριση μεταφράζεται σε πολιτικό κόστος.
Για το ΠΑΣΟΚ, η εξέλιξη αυτή δεν αποτελεί μόνο ηθική δικαίωση του προέδρου του, αλλά και επιβεβαίωση μιας στρατηγικής θεσμικής αντιπολίτευσης πάνω σε ένα κρίσιμο θέμα για την Δημοκρατία. Σε αντίθεση με την πόλωση και τη ρητορική υπερβολή που συχνά χαρακτηρίζουν το πολιτικό σύστημα, η επιμονή σε νομικά τεκμηριωμένες παρεμβάσεις και σε ευρωπαϊκή διάσταση του ζητήματος διαμόρφωσε ένα διαφορετικό πρότυπο άσκησης πίεσης.
Το ευρύτερο διακύβευμα υπερβαίνει τα κομματικά όρια. Σε μια περίοδο κατά την οποία η Ευρώπη αντιμετωπίζει κύμα ανησυχιών για την ποιότητα της δημοκρατίας σε κράτη-μέλη, η ελληνική υπόθεση των υποκλοπών αποτέλεσε αντικείμενο συζήτησης στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και σε διεθνή μέσα ενημέρωσης. Η εικόνα μιας κυβέρνησης που εποπτεύει υπηρεσία πληροφοριών η οποία παρακολουθεί πολιτικό αρχηγό υπονόμευσε την αξιοπιστία της χώρας.
Η απόφαση της Δικαιοσύνης δεν κλείνει τον κύκλο. Αντιθέτως, ανοίγει έναν νέο γύρο ερωτημάτων για το ποιος γνώριζε, ποιος ενέκρινε και ποιος ωφελήθηκε από ένα σύστημα παρακολουθήσεων που λειτούργησε στο σκοτάδι. Σε αυτό το πλαίσιο, η πολιτική ευθύνη παραμένει στο τραπέζι, ανεξάρτητα από τις ποινικές κρίσεις.
Για τον Νίκο Ανδρουλάκη, η στιγμή αυτή έχει και προσωπική διάσταση. Από στόχος παρακολούθησης μετατρέπεται σε πολιτικό παράγοντα που, μέσω θεσμικής επιμονής, επέβαλε τη διερεύνηση μιας υπόθεσης που θα μπορούσε να είχε θαφτεί. Σε ένα πολιτικό σύστημα που συχνά επιβραβεύει τη σιωπή, η επιμονή του καταγράφεται ως πράξη πολιτικής αντοχής.
Το ερώτημα πλέον δεν αφορά μόνο το παρελθόν των υποκλοπών. Αφορά το μέλλον της θεσμικής θωράκισης της δημοκρατίας και το αν η κυβέρνηση είναι διατεθειμένη να προχωρήσει σε ουσιαστικές εγγυήσεις διαφάνειας ή θα περιοριστεί σε διαχειριστικές αναπροσαρμογές. Η απόφαση της Δικαιοσύνης είναι σημαντική λόγω και της συγκυρίας κρίσης των θεσμών επί διακυβέρνησης ΝΔ στην Ελλάδα.
Η ανακοίνωση του Προέδρου του ΠΑΣΟΚ Νίκου Ανδρουλάκη:
Η σημερινή απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου για την υπόθεση του Predator αποτελεί μια ακόμη δικαίωση στον αγώνα, που αταλάντευτα δίνω εδώ και τέσσερα χρόνια. Μια απόφαση που έρχεται ως αποτέλεσμα της μηνυτήριας αναφοράς, που κατέθεσα στην Εισαγγελία του Αρείου Πάγου τον Ιούλιο του 2022.
Είναι μια μεγάλη ήττα του παρακράτους, που οργάνωσε το σύστημα Μαξίμου και ο Πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης.
Εκθέτει, όμως, και τους χειρισμούς της ηγεσίας της δικαιοσύνης που αρχειοθέτησε σοβαρές πτυχές της δυσώδους αυτής υπόθεσης, η οποία όχι μόνο παραβίασε κατάφωρα τα ανθρώπινα δικαιώματα και το κράτος δικαίου αλλά διακυβεύτηκε και η ασφάλεια της χώρας όταν ανενδοίαστα τέθηκε υπό παρακολούθηση η ηγεσία των ενόπλων δυνάμεων επιτρέποντας να κατέχουν αυτό το υλικό άγνωστοι τρίτοι.
Με τη σημερινή απόφαση, ο φάκελος διαβιβάζεται ξανά στην Εισαγγελία για έρευνα που θα αφορά μεταξύ άλλων αδικημάτων, και αυτό της κατασκοπείας.
Από αυτόν τον αγώνα επέλεξαν συνειδητά να λείπουν, τα δεκάδες θύματα των παράνομων παρακολουθήσεων -υπουργοί της κυβέρνησης, αξιωματούχοι- που αν και είχαν πολιτικό και θεσμικό καθήκον να είναι μηνυτές, μάρτυρες και διώκτες, προτίμησαν τη σιωπή και συνέργησαν στη συγκάλυψη.
Παρά τις κατά καιρούς «παραινέσεις» να υποστείλω τη σημαία αυτής της μάχης, γιατί «κούρασε» και «ποιον αφορά πια», ούτε στιγμή δεν σκέφτηκα να παρατήσω την επιβεβλημένη πολιτική και νομική διαδρομή.
Ο αγώνας θα συνεχιστεί μέχρις ότου λογοδοτήσουν όλοι οι πρωταγωνιστές αυτής της σκοτεινής υπόθεσης. Επόμενος σταθμός είναι το ΕΔΔΑ για τη συμμόρφωση της κυβέρνησης με την απόφαση του ανωτάτου δικαστηρίου της χώρας. Καλώ για μια ακόμη φορά τον Πρωθυπουργό να δώσει εντολή στην ΕΥΠ, που είχε υπό την εποπτεία του, να εκτελέσει την απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας. Αρκετά εξέθεσε τη χώρα και τραυμάτισε τους θεσμούς, τη διάκριση των εξουσιών και το κράτος δικαίου με τις επιλογές του.
