ΠΟΛΙΤΙΚΗ
Ανοίγει ο “φάκελος Υποκλοπές” και διευρύνεται η έρευνα – Στην εισαγγελία του Αρείου Πάγου η υπόθεση
Η υπόθεση των υποκλοπών επιστρέφει με θόρυβο και βαριά πολιτική σκιά στο ανώτατο επίπεδο της Δικαιοσύνης, καθώς η δικογραφία όχι μόνο δεν κλείνει, αλλά «σπάει» και διευρύνεται επικίνδυνα. Το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την απόφασή του για καταδίκες των τεσσάρων κατηγορουμένων, άνοιξε εκ νέου τον φάκελο, ζητώντας να διερευνηθούν νέα πρόσωπα αλλά και βαρύτερα αδικήματα, μεταξύ αυτών και εκείνο της κατασκοπείας.
Η Εισαγγελία Πρωτοδικών, διαβάζοντας πίσω από τις γραμμές μιας πολυσέλιδης και πολιτικά φορτισμένης απόφασης, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η υπόθεση δεν έχει ειπωθεί ολόκληρη. Το πλέον κρίσιμο σκέλος περνά πλέον στην Εισαγγελία του Αρείου Πάγου, η οποία καλείται να χειριστεί ένα υλικό που ξεφεύγει από τα όρια μιας «τεχνικής» παραβίασης και ακουμπά τον πυρήνα της εθνικής ασφάλειας και των θεσμών.
Η εξέλιξη αυτή δεν είναι διαδικαστική. Είναι βαθιά πολιτική. Διότι η πιθανή αναβάθμιση κατηγοριών σε επίπεδο κατασκοπείας σηματοδοτεί ότι το σκάνδαλο των υποκλοπών δεν περιορίζεται σε ιδιωτικές πρωτοβουλίες ή «παρεκτροπές» επιχειρηματικών κύκλων, αλλά ενδέχεται να εμπλέκει δίκτυα με γνώση, πρόσβαση και επιχειρησιακή δυνατότητα που δεν εξηγούνται εύκολα.
Στο μικροσκόπιο μπαίνουν πλέον και συνεργάτες των ήδη καταδικασθέντων επιχειρηματιών, με το δικαστήριο να επισημαίνει ότι «είχαν πλήρη εικόνα» των πράξεων. Αν οι ευθύνες τους στοιχειοθετηθούν, θα βρεθούν αντιμέτωποι με τα ίδια αδικήματα: παραβίαση απορρήτου επικοινωνιών, παράνομη πρόσβαση σε πληροφοριακά συστήματα και επέμβαση σε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, όλα κατ’ εξακολούθηση και σε βαθμό απόπειρας και τέλεσης.
Το ρολόι, ωστόσο, δεν είναι σύμμαχος της Δικαιοσύνης. Ο κίνδυνος παραγραφής πλανάται απειλητικά, επιβάλλοντας ταχύτητα σε μια διαδικασία που μέχρι σήμερα χαρακτηρίστηκε από καθυστερήσεις και δισταγμούς. Νομικοί κύκλοι προειδοποιούν ότι οποιαδήποτε ολιγωρία θα μεταφραστεί σε θεσμική αποτυχία, με ανυπολόγιστο κόστος για το κύρος των εισαγγελικών αρχών.
Ιδιαίτερη βαρύτητα αποκτούν και οι αναφορές που σχετίζονται με την αποστολή του μολυσμένου μηνύματος προς τον πρόεδρο του ΠΑΣΟΚ, με πρόσωπα-κλειδιά να επανεξετάζονται υπό νέο πρίσμα. Το ερώτημα που επανέρχεται, πιο πιεστικά από ποτέ, είναι ποιος γνώριζε, ποιος κάλυπτε και ποιος τελικά ωφελήθηκε από ένα σύστημα παρακολουθήσεων που φαίνεται να λειτουργούσε μεθοδικά και με διάρκεια.
Η υπόθεση εισέρχεται σε νέα φάση, με το βάρος να μετατοπίζεται πλέον από τις ποινικές ευθύνες των φυσικών προσώπων στη συνολική αποτίμηση ενός μηχανισμού που δοκίμασε τα όρια του κράτους δικαίου. Σε ένα πολιτικό περιβάλλον ήδη φορτισμένο, η εξέλιξη αυτή αναμένεται να επαναφέρει με ένταση το ζήτημα των θεσμικών εγγυήσεων, της λογοδοσίας και της πραγματικής ανεξαρτησίας της Δικαιοσύνης.
