ΔΙΕΘΝΗ
Ευρωπαίοι Σοσιαλιστές και Δημοκράτες: Πολιτική αμηχανία και αδυναμία το μπλοκάρισμα του ψηφίσματος για τον τερματισμό της σύνδεσης με το Ισραήλ
Ευρωπαϊκή αδράνεια απέναντι στο Ισραήλ: Πολιτική επιλογή η μη αναστολή της συμφωνίας σύνδεσης
Σε μια απόφαση που εκθέτει πολιτικά και θεσμικά την ίδια την Ευρωπαϊκή Ένωση, το Συμβούλιο Εξωτερικών Υποθέσεων της ΕΕ απέφυγε εκ νέου να προχωρήσει στην αναστολή της Συμφωνίας Σύνδεσης ΕΕ–Ισραήλ, παρά τις επίμονες καταγγελίες για σοβαρές παραβιάσεις του διεθνούς δικαίου. Η υπόθεση δεν τέθηκε καν σε ψηφοφορία, αποτυπώνοντας την αδυναμία συγκρότησης ειδικής πλειοψηφίας μεταξύ των κρατών-μελών — μια εξέλιξη που ερμηνεύεται όλο και περισσότερο ως πολιτική απροθυμία και όχι ως τεχνικό εμπόδιο.
Η συμφωνία, που διέπει τις εμπορικές και πολιτικές σχέσεις μεταξύ της Ευρωπαϊκή Ένωση και του Ισραήλ, προβλέπει ρητά, μέσω του άρθρου 2, ότι ο σεβασμός των ανθρωπίνων δικαιωμάτων αποτελεί θεμελιώδη όρο συνεργασίας. Ωστόσο, η πραγματικότητα στο πεδίο —ιδίως στη Λωρίδα της Γάζας— διαψεύδει δραματικά αυτή τη θεσμική πρόβλεψη, με τον αριθμό των θυμάτων να αυξάνεται και τις καταγγελίες για χρήση της ανθρωπιστικής βοήθειας ως εργαλείου πίεσης να πολλαπλασιάζονται.
Στο εσωτερικό του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, η Ομάδα των Σοσιαλιστών και Δημοκρατών (S&D) ανεβάζει τους τόνους.
Ο αντιπρόεδρός της για θέματα εξωτερικής πολιτικής, Γιάννης Μανιάτης, δεν αφήνει περιθώρια παρερμηνειών: η μη διεξαγωγή ψηφοφορίας συνιστά, όπως υπογραμμίζει, σαφή ένδειξη απροθυμίας των κρατών-μελών να αναλάβουν δράση. Περιγράφει μια κατάσταση «συστηματικών παραβιάσεων» από την κυβέρνηση του Μπενιαμίν Νετανιάχου, κάνοντας λόγο για κατάρρευση του σεβασμού προς το διεθνές δίκαιο και αναφέροντας, μεταξύ άλλων, δεκάδες χιλιάδες νεκρούς Παλαιστινίους, πρακτικές de facto προσάρτησης στη Δυτική Όχθη και επιθέσεις που πλήττουν αμάχους στον Λίβανο.
Στο ίδιο μήκος κύματος, η αντιπρόεδρος της ομάδας για θέματα διεθνούς εμπορίου, Kathleen Van Brempt, καταγγέλλει ότι η αδράνεια της Ευρωπαϊκή Επιτροπή και των κρατών-μελών δεν είναι ουδέτερη στάση, αλλά συνειδητή επιλογή με πολιτικές συνέπειες.
Όπως σημειώνει, η απουσία απόφασης δεν απαλλάσσει την Ένωση από την ευθύνη της, αντιθέτως ενισχύει την εντύπωση συνενοχής σε ενδεχόμενα εγκλήματα πολέμου και εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας.
Το διακύβευμα ξεπερνά κατά πολύ τις διπλωματικές ισορροπίες. Η αξιοπιστία της Ευρώπης ως υπερασπιστή των ανθρωπίνων δικαιωμάτων τίθεται υπό αμφισβήτηση, τη στιγμή που η ίδια επικαλείται τις ίδιες αρχές σε άλλες γεωπολιτικές συγκρούσεις. Η επιλεκτική εφαρμογή του διεθνούς δικαίου υπονομεύει το θεσμικό της οπλοστάσιο και ενισχύει το επιχείρημα περί δύο μέτρων και δύο σταθμών.
Σε αυτό το πλαίσιο, η υπόθεση της Συμφωνίας Σύνδεσης ΕΕ–Ισραήλ εξελίσσεται σε δοκιμασία αξιοπιστίας για την ευρωπαϊκή εξωτερική πολιτική. Όχι μόνο ως προς τη συνέπεια λόγων και πράξεων, αλλά και ως προς τη βούληση των κρατών-μελών να συγκρουστούν με γεωπολιτικά συμφέροντα όταν διακυβεύονται θεμελιώδεις αρχές. Η μέχρι τώρα στάση δείχνει ότι η Ένωση εξακολουθεί να διστάζει — και αυτή η διστακτικότητα έχει πλέον σαφές πολιτικό αποτύπωμα.
