ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ
Μ.Σάλλας στον “Κύκλο Ιδεών ” : Η Ελλάδα κάνει ότι μπορεί για να είναι “μικρή”
Η παρέμβαση του γνωστού Τραπεζίτη Μιχάλη Σάλλα στο συνέδριο του Κύκλου Ιδεών δεν πέρασε απαρατήρητη. Όχι μόνο επειδή προήλθε από έναν άνθρωπο που συνδέθηκε όσο λίγοι με το ελληνικό τραπεζικό σύστημα των τελευταίων δεκαετιών, αλλά κυρίως επειδή αποτύπωσε με σκληρούς όρους μια βαθύτερη αγωνία για το παραγωγικό και πολιτικό αδιέξοδο της χώρας. Η φράση «η Ελλάδα κάνει ό,τι μπορεί για να παραμείνει μικρή» λειτούργησε ως συνοπτική καταγγελία ενός μοντέλου εξουσίας που, παρά τις διακηρύξεις περί ανάπτυξης και μεταρρυθμίσεων, εξακολουθεί να αναπαράγει κλειστές ελίτ, εξαρτήσεις και οικονομική στασιμότητα.
Ο πρώην τραπεζίτης επιχείρησε να συνδέσει τη σημερινή κατάσταση με διαχρονικές παθογένειες του πολιτικού συστήματος, υποστηρίζοντας ότι κάθε φορά που η χώρα βρισκόταν μπροστά σε μια ιστορική δυνατότητα ανασυγκρότησης, επικρατούσαν μηχανισμοί εσωστρέφειας και πολιτικής εκδίκησης. Η αναφορά του στην υπόθεση Κοσκωτά και στην περίοδο της πόλωσης γύρω από τον δεν ήταν τυχαία. Ήταν μια έμμεση αιχμή απέναντι σε ένα πολιτικό σύστημα που, κατά την οπτική του, θυσίασε στρατηγικές επιλογές ανάπτυξης στον βωμό των εσωτερικών συγκρούσεων.
Ιδιαίτερο βάρος είχε και η κριτική για τη διαχείριση του Ταμείου Ανάκαμψης. Ο Σάλλας υποστήριξε ότι, παρά το πρωτοφανές ύψος των ευρωπαϊκών πόρων που εισέρρευσαν στην ελληνική οικονομία, απουσίασε ένα συνεκτικό αναπτυξιακό σχέδιο για την περιφέρεια, την παραγωγή και τη βιομηχανική ανασυγκρότηση. Πρόκειται για μια κριτική που ακούγεται όλο και πιο συχνά ακόμη και από κύκλους που μέχρι πρότινος στήριζαν το κυβερνητικό αφήγημα περί «success story». Η συζήτηση μετατοπίζεται πλέον από τους αριθμούς της μακροοικονομίας στο ερώτημα ποιος τελικά ωφελείται από την ανάπτυξη και αν αυτή έχει κοινωνικό και παραγωγικό αποτύπωμα.
Στο ίδιο πάνελ, ο υπενθύμισε ότι η Ελλάδα εξακολουθεί να βρίσκεται στις τελευταίες θέσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης ως προς το εισόδημα και την αγοραστική δύναμη. Παρά τη μείωση του χρέους ως ποσοστού του ΑΕΠ και την επιστροφή σε θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης, η πραγματική οικονομία συνεχίζει να πιέζει τη μεσαία τάξη, ενώ οι επενδύσεις και οι αποταμιεύσεις παραμένουν χαμηλές. Η επισήμανσή του ότι η κρίση δεν οφειλόταν μόνο στο δημόσιο χρέος αλλά και στο εξωτερικό χρέος αποκτά ιδιαίτερη σημασία σε μια περίοδο όπου η χώρα εμφανίζει ξανά ισχυρή εξάρτηση από εισαγωγές, τουρισμό και ακίνητα.
Ακόμη πιο αιχμηρός εμφανίστηκε ο , ο οποίος αναγνώρισε μεν τη βελτίωση βασικών δεικτών μετά το 2019, αλλά κατήγγειλε ευθέως τη διαφθορά και την απουσία υγιούς ανταγωνισμού. Περιέγραψε ένα παραγωγικό μοντέλο μονοδιάστατο, εξαρτημένο από το Airbnb, τα ακίνητα και τον τουρισμό, την ώρα που το κόστος ζωής αυξάνεται δραματικά και το χάσμα μεταξύ οικονομικών ελίτ και μικρομεσαίων διευρύνεται.
Η εικόνα που διαμορφώθηκε από τη συζήτηση ήταν αποκαλυπτική: πίσω από τους κυβερνητικούς πανηγυρισμούς για επενδυτική βαθμίδα, δημοσιονομικά πλεονάσματα και θετικές αξιολογήσεις, αναδύεται μια όλο και εντονότερη ανησυχία για το βάθος και τη βιωσιμότητα της ανάπτυξης. Το ερώτημα που πλανάται πλέον δεν είναι αν η ελληνική οικονομία βελτιώνει τους δείκτες της, αλλά αν μπορεί να ξεφύγει από το μοντέλο μιας οικονομίας χαμηλής παραγωγικότητας, ακριβής καθημερινότητας και συγκεντρωμένης ισχύος.
