ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ
ΘΕΜΑ: Όταν η “πράσινη μετάβαση” γίνεται “θρύψαλα” μπροστά στα ιδιωτικά συμφέροντα και την κυβερνητική υποτέλεια στον Τραμπ
Οταν η ενεργειακή πολιτική υπηρετεί τα συμφέροντα και όχι την κοινωνία
Μελέτη του Friedrich Ebert Stiftung στην Αθήνα, με υπογραφή της Γεωργίας Νάκου, καταγράφει με τεχνική ακρίβεια αυτό που αποτυπώνεται ήδη στην καθημερινότητα των πολιτών. Η ελληνική «πράσινη μετάβαση» εμφανίζεται να χάνει δυναμική, όχι λόγω έλλειψης στόχων, αλλά εξαιτίας πολιτικών επιλογών που μετατοπίζουν το βάρος από την απανθρακοποίηση στην εξυπηρέτηση ενεργειακών αγορών.
Η ανάλυση υπενθυμίζει ότι το 2019 ο Κυριάκος Μητσοτάκης παρουσίασε μια στρατηγική με αιχμή την ταχεία απολιγνιτοποίηση και την ενίσχυση των ΑΠΕ. Έξι χρόνια μετά, η ίδια πολιτική ηγεσία αναθεωρεί. Η «πράσινη μετάβαση δεν μπορεί να είναι αυτοσκοπός», σημειώνει πλέον, ανοίγοντας τον δρόμο για χαλάρωση στόχων και ενίσχυση του φυσικού αερίου.
Τα δεδομένα που παρατίθενται είναι συγκεκριμένα. Οι Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας καλύπτουν το 51% της ηλεκτροπαραγωγής το 2024, αλλά η συνολική πρόοδος δεν επαρκεί για τους στόχους του Εθνικού Σχεδίου για την Ενέργεια και το Κλίμα. Η απουσία αποθήκευσης ενέργειας, οι καθυστερήσεις σε υποδομές και οι περικοπές παραγωγής ΑΠΕ λειτουργούν ανασταλτικά. Το 7,5% της παραγόμενης «πράσινης» ενέργειας απορρίπτεται λόγω αδυναμίας απορρόφησης από το δίκτυο.
Την ίδια στιγμή, το φυσικό αέριο επανέρχεται δυναμικά. Το 2025 καλύπτει σχεδόν το 40% της ζήτησης ηλεκτρικής ενέργειας, ενώ η χώρα επενδύει σε νέες μονάδες και υποδομές LNG. Η έκθεση επισημαίνει ότι δεν υπάρχει σαφής στόχος απεξάρτησης από το αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές δεσμεύσεις. Το αποτέλεσμα είναι μετρήσιμο. Οι εκπομπές CO2 στον τομέα ηλεκτροπαραγωγής εκτιμάται ότι θα φτάσουν τα 15 εκατ. τόνους, όταν ο στόχος ήταν 10,2.
Η επιλογή αυτή δεν παρουσιάζεται ως τεχνική αναγκαιότητα. Συνδέεται με μια ευρύτερη μετατόπιση πολιτικής. Η κυβέρνηση, υπό πίεση από το αυξημένο ενεργειακό κόστος και τη βιομηχανία, μεταφέρει το πρόβλημα στις Βρυξέλλες, ζητώντας χαλάρωση των ευρωπαϊκών στόχων και μεγαλύτερο χώρο για επενδύσεις σε ορυκτά καύσιμα.
Η μελέτη αναδεικνύει και μια δεύτερη διάσταση. Η ενεργειακή φτώχεια παραμένει σε υψηλά επίπεδα. Το 32% των νοικοκυριών έχει ληξιπρόθεσμες οφειλές σε λογαριασμούς ενέργειας, όταν ο ευρωπαϊκός μέσος όρος είναι κάτω από 7%. Το 19% δηλώνει αδυναμία επαρκούς θέρμανσης. Τα στοιχεία αυτά δεν συνάδουν με μια πολιτική που διαφημίζεται ως κοινωνικά ισορροπημένη.
Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η στάση της Αθήνας αποκτά ιδιαίτερο βάρος. Η προσέγγιση με την ατζέντα ενεργειακής πολιτικής των ΗΠΑ, ειδικά μετά την επανεκλογή Τραμπ, οδηγεί σε ενίσχυση των υδρογονανθράκων και σε απομάκρυνση από τους στόχους απανθρακοποίησης. Η Ελλάδα προβάλλεται ως κόμβος εισόδου LNG, επιβεβαιώνοντας την επιλογή μετατροπής της ενεργειακής πολιτικής σε εργαλείο γεωπολιτικής και εμπορικής διαμεσολάβησης.
Το βασικό συμπέρασμα της ανάλυσης δεν διατυπώνεται με πολιτικούς όρους, αλλά προκύπτει από τα ίδια τα δεδομένα. Η πράσινη μετάβαση συνεχίζεται τυπικά, αλλά στην πράξη υποχωρεί στην ιεράρχηση προτεραιοτήτων. Οι επενδύσεις κατευθύνονται σε υποδομές που παρατείνουν τη χρήση ορυκτών καυσίμων, ενώ οι διαρθρωτικές αδυναμίες των ΑΠΕ παραμένουν.
Η επιλογή αυτή συνδέεται με ένα μοντέλο ανάπτυξης που δίνει προτεραιότητα στην κερδοφορία ενεργειακών ομίλων και όχι στη βιωσιμότητα και την κοινωνική συνοχή. Στην ίδια κατεύθυνση κινούνται και ευρύτερες ευρωπαϊκές πολιτικές, όπου η «πράσινη μετάβαση» επαναπροσδιορίζεται με όρους ανταγωνιστικότητας και όχι κλιματικής ανάγκης.
Η μελέτη του Friedrich Ebert Stiftung δεν περιορίζεται σε διαπιστώσεις. Καταγράφει μια πολιτική κατεύθυνση που έχει ήδη αρχίσει να παράγει αποτελέσματα. Και αυτά τα αποτελέσματα δεν ευθυγραμμίζονται με την αρχική υπόσχεση μιας δίκαιης και βιώσιμης ενεργειακής μετάβασης.
