Connect with us

ΓΝΩΜΕΣ

«Αυτός ο κόσμος δεν είναι πια για μένα»: Το σημείωμα της 17χρονης ως δριμύ κατηγορώ απέναντι στην Πολιτεία και την εξαντλημένη κοινωνία μας

Published

on

Του Γαβρή Άγγελου


Το σημείωμα της 17χρονης από την Ηλιούπολη δεν είναι μόνο μια προσωπική κραυγή απόγνωσης. Είναι ένας καθρέφτης της εποχής μας. Ένα παιδί δεκαεπτά ετών περιγράφει με ανατριχιαστική διαύγεια τον φόβο της αποτυχίας, την αγωνία για τις Πανελλήνιες, την αβεβαιότητα για το μέλλον και την πεποίθηση ότι η ζωή που ανοίγεται μπροστά του δεν υπόσχεται αξιοπρέπεια αλλά οικονομική και ψυχική ασφυξία. «Φοβάμαι ότι δεν θα πάω καλά», γράφει. Και μέσα σε αυτή τη φράση συμπυκνώνεται ολόκληρη η βία ενός συστήματος που έχει μετατρέψει την εφηβεία σε αδιάκοπη δοκιμασία αντοχής.


Δεν πρόκειται μόνο για ζήτημα ψυχικής υγείας. Πρόκειται για μια βαθιά κοινωνική και πολιτική κρίση. Για μια κοινωνία που μεγαλώνει παιδιά μέσα στην ανασφάλεια, την ανταγωνιστικότητα και την αίσθηση ότι η αξία τους εξαρτάται αποκλειστικά από επιδόσεις, βαθμούς και μελλοντικά εισοδήματα. Η δημόσια εκπαίδευση πιέζει, η αγορά εργασίας τρομοκρατεί, το κόστος ζωής συνθλίβει οικογένειες, ενώ ο δημόσιος λόγος επαναλαμβάνει διαρκώς τις ίδιες λέξεις: αριστεία, στόχοι, επιτυχία, παραγωγικότητα. Όμως πίσω από αυτές τις λέξεις κρύβεται μια γενιά που φοβάται ότι δεν θα καταφέρει ποτέ να ζήσει πραγματικά.


Η πιο σκληρή φράση του γράμματος δεν είναι το «δεν θέλω πια να ζω». Είναι το «αυτός ο κόσμος δεν είναι πια για μένα». Γιατί αποτυπώνει κάτι συλλογικό: την αίσθηση ότι ο κόσμος που οικοδομήθηκε από τους ενήλικες έχει γίνει αφιλόξενος για τους νέους ανθρώπους. Μια κοινωνία που απαιτεί διαρκώς από τα παιδιά να αποδεικνύουν την αξία τους, αλλά σπάνια τους δίνει χώρο να αναπνεύσουν, να αποτύχουν, να ξανασηκωθούν χωρίς να αισθάνονται άχρηστα ή αποτυχημένα.

Advertisement


Και εδώ αρχίζει η πολιτική ευθύνη. Δεν αρκούν οι δηλώσεις θλίψης μετά από κάθε τραγωδία. Δεν αρκούν οι εκ των υστέρων αναφορές σε «ευαισθητοποίηση» και «πρόληψη», όταν επί χρόνια οικοδομείται μια πραγματικότητα που αντιμετωπίζει τους νέους ως μελλοντικές μονάδες απόδοσης και όχι ως ανθρώπους με ανάγκη για νόημα, ασφάλεια και ελπίδα. Μια κοινωνία που μετατρέπει την παιδεία σε πεδίο εξόντωσης και την εργασία σε φόβητρο δεν μπορεί να εκπλήσσεται όταν παιδιά νιώθουν ότι δεν χωρούν μέσα σε αυτήν.


Το πραγματικό ερώτημα λοιπόν δεν είναι μόνο τι συνέβη σε αυτό το παιδί. Το πραγματικό ερώτημα είναι τι είδους χώρα χτίζουμε όταν οι νέοι άνθρωποι μαθαίνουν τόσο νωρίς να φοβούνται το μέλλον αντί να το ονειρεύονται.

Και η απάντηση δεν μπορεί να είναι περισσότερη πίεση, περισσότερος ανταγωνισμός και περισσότερη ατομική ευθύνη.

Η απάντηση οφείλει να είναι μια κοινωνία πιο ανθρώπινη, ένα σχολείο που δεν εξοντώνει, μια Πολιτεία που προστατεύει και μια δημόσια ζωή που θα ξαναλέει στα παιδιά κάτι θεμελιώδες: ότι η αξία τους δεν μετριέται από έναν βαθμό, έναν μισθό ή μια επιτυχία, αλλά από το ίδιο το δικαίωμά τους να υπάρχουν, να ελπίζουν και να μένουν ζωντανά μέσα στον κόσμο μας.

Advertisement