ΔΙΕΘΝΗ
Η «πολυκομματική πυξίδα» του Πέδρο Σάντσεθ: διαφορετικοί σύμμαχοι, σταθερή προοδευτική κατεύθυνση
Γράφει ο Γαβρής Αγγελος
Η πολιτική διαδρομή του Πέδρο Σάντσεθ στην Ισπανία προσφέρει ένα ιδιαίτερα χρήσιμο παράδειγμα για το πώς ένα σοσιαλδημοκρατικό κόμμα μπορεί να κυβερνά σε ένα κατακερματισμένο κοινοβουλευτικό περιβάλλον χωρίς να εγκαταλείπει τον βασικό πολιτικό του προσανατολισμό.
Η κρίσιμη παρατήρηση είναι ότι οι κοινοβουλευτικές συμμαχίες του Σάντσεθ δεν υπήρξαν σταθερές ως προς τα πρόσωπα και τα κόμματα, υπήρξαν όμως σε μεγάλο βαθμό σταθερές ως προς τον πολιτικό προσανατολισμό της κυβέρνησης. Ο ίδιος ο Σάντσεθ έχει περιγράψει επανειλημμένα το εγχείρημά του ως «προοδευτική κυβέρνηση», με κεντρικούς άξονες την κοινωνική πρόοδο, τα εργασιακά δικαιώματα, το κοινωνικό κράτος, την πράσινη μετάβαση, την ισότητα και τον διάλογο.
Αυτό είναι το στοιχείο που συχνά χάνεται μέσα στη συζήτηση για τα ισπανικά «παζάρια» στη Βουλή. Ο Σάντσεθ δεν κυβέρνησε επειδή βρήκε κάθε φορά τους ίδιους συμμάχους. Κυβέρνησε επειδή κατάφερε να δημιουργήσει, σε διαφορετικές πολιτικές συγκυρίες, διαφορετικές πλειοψηφίες γύρω από έναν σταθερό προοδευτικό κυβερνητικό πυρήνα.
Από το 2018 ξεκινά η ίδια πολιτική λογική
Η πρώτη άνοδος του Σάντσεθ στην πρωθυπουργία, το 2018, έγινε μέσω της πρότασης δυσπιστίας εναντίον του Μαριάνο Ραχόι. Το PSOE δεν διέθετε την κοινοβουλευτική δύναμη για να κυβερνήσει μόνο του. Χρειάστηκε την ψήφο ή την ανοχή μιας ευρύτερης ομάδας κομμάτων, μεταξύ των οποίων οι Podemos, ERC, PNV και άλλα περιφερειακά κόμματα.
Ήδη από εκείνη τη στιγμή διαμορφώνεται η βασική αρχιτεκτονική του «Σαντσισμού»: το PSOE βρίσκεται στον κεντρικό άξονα και αναζητά κοινοβουλευτικές πλειοψηφίες προς τον προοδευτικό, αριστερό και περιφερειακό χώρο, αντί να μετακινείται προς τη Δεξιά για να εξασφαλίσει κυβερνητική επιβίωση.
Δεν πρόκειται για μια λεπτομέρεια τακτικής. Είναι στρατηγική επιλογή.
Το 2020: η καθαρή μετατόπιση προς την προοδευτική διακυβέρνηση
Η πιο καθαρή απόδειξη ήρθε μετά τις εκλογές του 2019, όταν ο Σάντσεθ συγκρότησε την πρώτη κυβέρνηση συνασπισμού της σύγχρονης ισπανικής δημοκρατίας μεταξύ PSOE και Unidas Podemos.
Η κυβέρνηση αυτή χαρακτηρίστηκε από το Ευρωπαϊκό Σοσιαλιστικό Κόμμα ως «προοδευτική κυβέρνηση» και είχε σαφή κοινωνική και οικονομική ατζέντα: αύξηση κατώτατου μισθού, ενίσχυση των συντάξεων, φορολογική επιβάρυνση των υψηλότερων εισοδημάτων, εργασιακή μεταρρύθμιση, κοινωνική προστασία, δημόσια παιδεία, ισότητα και δικαιώματα.
Το κρίσιμο είναι ότι ο Σάντσεθ δεν εγκατέλειψε τον πυρήνα της σοσιαλδημοκρατικής του πολιτικής προκειμένου να εξασφαλίσει πλειοψηφία.
Έκανε το αντίθετο.
Πήρε το PSOE και το έφερε σε κυβερνητική συνεργασία με την ισπανική Αριστερά.
Η κυβέρνηση PSOE–Unidas Podemos στηρίχθηκε παράλληλα σε συμφωνίες με ERC, PNV, Más País, Compromís, BNG και άλλες δυνάμεις. Η ίδια η ισπανική κυβέρνηση καταγράφει επισήμως αυτές τις συμφωνίες ως τμήμα της πολιτικής βάσης της κυβερνητικής περιόδου.
Και εδώ βρίσκεται η ουσία: άλλο κυβερνητικός εταίρος, άλλο κοινοβουλευτικός εταίρος
Η ισπανική εμπειρία επιτρέπει μια σημαντική διάκριση.
Ο κυβερνητικός συνασπισμός του Σάντσεθ ήταν και παραμένει πολιτικά συγκεκριμένος: PSOE και, από το 2023, Sumar.
Οι υπόλοιπες δυνάμεις δεν αποτελούν όλες ιδεολογικά «Αριστερά». Ορισμένες είναι περιφερειακά ή εθνικιστικά κόμματα με διαφορετικές ιδεολογικές καταβολές και, σε ορισμένες περιπτώσεις, πιο κεντρώες ή συντηρητικές κοινωνικοοικονομικές θέσεις.
Αυτό όμως δεν αναιρεί τη βασική πολιτική κατεύθυνση της κυβέρνησης.
Και εδώ βρίσκεται η πολιτική ιδιοφυΐα του μοντέλου Σάντσεθ: δεν απαιτεί από όλους τους κοινοβουλευτικούς εταίρους να γίνουν σοσιαλιστές ή αριστεροί. Απαιτεί από αυτούς να συμφωνήσουν σε συγκεκριμένες προοδευτικές κυβερνητικές πολιτικές ή να μην εμποδίσουν την εφαρμογή τους.
Η διαφορά είναι τεράστια.
Το 2023 το μοντέλο γίνεται ακόμη πιο ενδιαφέρον
Μετά τις εκλογές του Ιουλίου 2023, ο Σάντσεθ θα μπορούσε θεωρητικά να αναζητήσει μια διαφορετική πολιτική γεωμετρία.
Δεν το έκανε.
Ο βασικός κυβερνητικός κορμός έγινε PSOE–Sumar.
Και ο ίδιος ο Σάντσεθ περιέγραψε τη νέα κυβέρνηση ως «προοδευτική κυβέρνηση». Μάλιστα, κατά την παρουσίαση του νέου υπουργικού συμβουλίου, μίλησε ρητά για ένα κυβερνητικό σχέδιο βασισμένο στην κοινωνική πρόοδο, τη συνύπαρξη, τη θεσμική σταθερότητα και τον διάλογο.
Ακόμη πιο αποκαλυπτική ήταν η τοποθέτησή του στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Εκεί περιέγραψε την επιλογή του 2023 ως αντιπαράθεση ανάμεσα σε ένα ενδεχόμενο κυβερνητικό σχήμα Δεξιάς και ακροδεξιάς και σε έναν συνασπισμό προοδευτικών δυνάμεων που θα υπερασπιζόταν κοινωνική δικαιοσύνη, εργασιακή αξιοπρέπεια, ανεκτικότητα, φεμινισμό και πράσινη και ψηφιακή μετάβαση.
Αυτό είναι εξαιρετικά σημαντικό για την ανάλυση.
Ο Σάντσεθ δεν αντιμετώπισε τις εκλογές ως δίλημμα «PSOE ή χάος».
Τις αντιμετώπισε ως δίλημμα προοδευτική διακυβέρνηση ή Δεξιά με την ακροδεξιά.
Οι Junts και η παρεξήγηση περί «συμμαχίας με τη Δεξιά»
Εδώ χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή.
Οι Junts του Καρλές Πουτζντεμόν δεν μπορούν να ταξινομηθούν απλά ως κόμμα της προοδευτικής Αριστεράς. Το ίδιο ισχύει, με διαφορετικό τρόπο, για το PNV και την Coalición Canaria.
Άρα θα ήταν δημοσιογραφικά ανακριβές να υποστηριχθεί ότι κάθε κόμμα που ψήφισε τον Σάντσεθ ήταν αριστερό.
Το επιχείρημα είναι ισχυρότερο όταν διατυπώνεται διαφορετικά:
Τα κόμματα αυτά δεν συγκρότησαν έναν ενιαίο ιδεολογικό συνασπισμό με το PSOE. Συγκρότησαν διαφορετικές κοινοβουλευτικές συμφωνίες, οι οποίες επέτρεψαν σε έναν προοδευτικό κυβερνητικό συνασπισμό PSOE–Sumar να παραμείνει στην εξουσία.
Το 2023 ο Σάντσεθ εξασφάλισε 179 ψήφους για την επανεκλογή του, με PSOE, Sumar, ERC, Junts, EH Bildu, PNV, BNG και Coalición Canaria.
Αλλά οι 179 ψήφοι δεν σημαίνουν ότι δημιουργήθηκε ένα ενιαίο κόμμα ή μία ενιαία ιδεολογική συμμαχία 179 βουλευτών.
Σημαίνουν ότι ένας προοδευτικός κυβερνητικός πυρήνας κατάφερε να συγκεντρώσει αρκετές διαφορετικές κοινοβουλευτικές συναινέσεις ώστε να αποκτήσει πλειοψηφία.
Και αυτή είναι η πραγματική ισπανική καινοτομία.
Η πολιτική πυξίδα δεν άλλαξε όταν άλλαξαν οι αριθμοί
Από το 2020 μέχρι σήμερα, η ισπανική κυβέρνηση έχει οικοδομήσει την πολιτική της πάνω σε συγκεκριμένους άξονες: κοινωνικό κράτος, εργασιακά δικαιώματα, αύξηση μισθών, προστασία συντάξεων, κοινωνική κατοικία, πράσινη μετάβαση, ισότητα, δικαιώματα και ευρωπαϊκή ολοκλήρωση.
Η ίδια η ισπανική κυβέρνηση, στον επίσημο απολογισμό της, ταξινομεί τις κυβερνητικές δεσμεύσεις σε επτά βασικές κατηγορίες, μεταξύ των οποίων η ενίσχυση του κοινωνικού κράτους, η πρόσβαση στη στέγαση, η δίκαιη οικολογική μετάβαση, η ισότητα των φύλων και η κοινωνική και εδαφική συνοχή.
Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία.
Οι συμμαχίες άλλαξαν. Η πολιτική ατζέντα δεν άλλαξε στον ίδιο βαθμό.
Το 2020 ο κυβερνητικός εταίρος ήταν οι Unidas Podemos.
Το 2023 έγινε Sumar.
Στο κοινοβουλευτικό επίπεδο προστέθηκαν ή μεταβλήθηκαν οι σχέσεις με ERC, Junts, PNV, EH Bildu, BNG και Coalición Canaria.
Όμως ο κυβερνητικός πυρήνας παρέμεινε PSOE + προοδευτική Αριστερά.
Ακόμη και οι προϋπολογισμοί δείχνουν την ίδια γεωμετρία
Το 2023, οι προϋπολογισμοί της ισπανικής κυβέρνησης εγκρίθηκαν με τη στήριξη δέκα πολιτικών σχηματισμών: PSOE, Unidas Podemos, ERC, PNV, Bildu, PDeCAT, Más País, Coalición Canaria, Compromís και PRC.
Αυτό είναι το αντίθετο της λογικής του κλασικού δικομματισμού.
Ο Σάντσεθ δεν λέει:
«Για να κυβερνήσω πρέπει να έχω έναν και μοναδικό σύμμαχο».
Λέει:
«Για κάθε πολιτική χρειάζομαι την ευρύτερη δυνατή πλειοψηφία, χωρίς να εγκαταλείψω τον πολιτικό προσανατολισμό της κυβέρνησής μου».
Είναι ένα μοντέλο ευέλικτων κοινοβουλευτικών συμμαχιών με σταθερό κυβερνητικό ιδεολογικό κέντρο.
Το αντίθετο μοντέλο είναι αυτό της ισπανικής Δεξιάς
Η πολιτική αντιπαράθεση στην Ισπανία έχει καταστήσει ακόμη πιο ευδιάκριτη αυτή τη διαφορά.
Ο Σάντσεθ επιχείρησε να παρουσιάσει την επιλογή του 2023 ως σύγκρουση ανάμεσα σε δύο κυβερνητικά σχέδια: από τη μία ένα προοδευτικό PSOE–Sumar και από την άλλη μια κυβέρνηση PP με Vox.
Δεν είναι τυχαίο ότι ο ίδιος χρησιμοποιεί συστηματικά το σχήμα «κυβέρνηση προόδου» απέναντι σε κυβέρνηση Δεξιάς–ακροδεξιάς.
Η πολιτική γεωμετρία επομένως είναι διαφορετική.
Ο Σάντσεθ μπορεί να διαπραγματεύεται με ένα βασκικό εθνικιστικό κόμμα, ένα καταλανικό κόμμα με διαφορετική οικονομική ατζέντα ή ένα περιφερειακό κόμμα των Καναρίων.
Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι μετακινεί την κυβέρνηση προς τη Δεξιά.
Οι διαπραγματεύσεις αφορούν τη διαμόρφωση της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας. Δεν συνεπάγονται αλλαγή της πολιτικής ταυτότητας της κυβέρνησης.
Και αυτό είναι το πραγματικό «μάθημα Σάντσεθ»
Η μεγαλύτερη πολιτική παρανόηση γύρω από τον Σάντσεθ είναι ότι η διαρκής ανάγκη του να διαπραγματεύεται σημαίνει πως δεν διαθέτει πολιτικό στίγμα.
Στην πραγματικότητα μπορεί να υποστηριχθεί το αντίθετο.
Επειδή ακριβώς διαθέτει σαφή πολιτικό προσανατολισμό, μπορεί να αλλάζει τις κοινοβουλευτικές συμμαχίες χωρίς να αλλάζει την κυβερνητική του ταυτότητα.
Το PSOE δεν έγινε Podemos το 2020.
Δεν έγινε Sumar το 2023.
Δεν έγινε ERC επειδή χρειάστηκε τις ψήφους του.
Δεν έγινε Junts επειδή διαπραγματεύτηκε μαζί του.
Και δεν έγινε PNV επειδή χρειάστηκε τη στήριξή του.
Παρέμεινε PSOE.
Αυτό που άλλαξε ήταν η ικανότητά του να συγκροτεί πλειοψηφίες γύρω από τον δικό του κυβερνητικό πυρήνα.
Και αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο πολιτικό συμπέρασμα από την ισπανική εμπειρία:
Η προοδευτική πολιτική συμμαχία δεν είναι απαραίτητα μια στατική φωτογραφία κομμάτων. Μπορεί να είναι ένα σταθερό πολιτικό τόξο μέσα στο οποίο μεταβάλλονται οι κοινοβουλευτικές συμφωνίες.
Ο Σάντσεθ το έχει εφαρμόσει στην πράξη επί σειρά ετών.
Από τους Podemos στους Unidas Podemos, από εκεί στο Sumar, από την ERC και το PNV μέχρι το Bildu, το BNG και, υπό συγκεκριμένες συνθήκες, τους Junts, οι αριθμητικές συνθέσεις της πλειοψηφίας μεταβάλλονται.
Η πολιτική κατεύθυνση, όμως, του κυβερνητικού πυρήνα παραμένει προοδευτική.
Και το γεγονός ότι η ισπανική κυβέρνηση εξακολουθεί και το 2026 να δηλώνει ότι θέλει να ολοκληρώσει τις συμφωνίες με όλες τις κοινοβουλευτικές ομάδες που στήριξαν την επένδυση του Σάντσεθ δείχνει ότι αυτή η αρχιτεκτονική δεν ήταν συγκυριακό τέχνασμα του 2023. Έχει εξελιχθεί σε τρόπο διακυβέρνησης.
Η κρίσιμη διάκριση για την πολιτική ανάλυση
Άρα, αν θέλουμε να είμαστε και πολιτικά πειστικοί και δημοσιογραφικά ακριβείς, δεν πρέπει να γράψουμε ότι «όλοι οι σύμμαχοι του Σάντσεθ είναι Αριστερά».
Αυτό θα ήταν εύκολο να καταρριφθεί.
Το ισχυρότερο επιχείρημα είναι:
Ο Σάντσεθ δημιούργησε έναν σταθερό προοδευτικό κυβερνητικό άξονα PSOE–Αριστεράς και, γύρω από αυτόν, οικοδόμησε μεταβαλλόμενες κοινοβουλευτικές πλειοψηφίες με περιφερειακές και εθνικιστικές δυνάμεις. Οι δεύτερες δεν καθόρισαν την ιδεολογική ταυτότητα της κυβέρνησης· συνέβαλαν στην κοινοβουλευτική της επιβίωση και απέσπασαν πολιτικά και εδαφικά ανταλλάγματα.
Αυτός είναι ένας πολύ πιο ακριβής τρόπος να περιγράψει κανείς το φαινόμενο.
Και ίσως το πιο ενδιαφέρον πολιτικό συμπέρασμα είναι ακόμη βαθύτερο:
Ο Σάντσεθ δεν αναζητούσε κάθε φορά μια νέα ιδεολογική ταυτότητα για να βρει πλειοψηφία. Αναζητούσε διαφορετικούς δρόμους για να εξασφαλίσει πλειοψηφία για την ίδια βασική πολιτική κατεύθυνση.
Αυτό είναι το πραγματικό ισπανικό μοντέλο: σταθερός προοδευτικός πυρήνας, ευέλικτες κοινοβουλευτικές συμμαχίες, διαρκής διαπραγμάτευση και σαφές πολιτικό δίλημμα απέναντι στη Δεξιά και την Ακροδεξιά.
