ΓΝΩΜΕΣ
Το «ΟΧΙ» που ξαναδίνει “Oξυγόνο” στη Δημοκρατική Προοδευτική Παράταξη
Άρθρο γνώμης του Γαβρή Άγγελου – Δημοσιογράφου/Πολιτικού Αναλυτή
Γιατί η συνεδριακή απόφαση του ΠΑΣΟΚ απέναντι σε μετεκλογική συνεργασία με τη ΝΔ αποτελεί στρατηγική νίκη – Η επιμονή του Χάρη Δούκα, η παγίδα της «κυβερνησιμότητας» και η μεγάλη μάχη για να μη μετατραπεί η σοσιαλδημοκρατία σε συμπλήρωμα του νεοφιλελεύθερου Κέντρου
Υπάρχουν στην πολιτική αποφάσεις που κρίνονται από το αποτέλεσμα της επόμενης κάλπης. Υπάρχουν όμως και αποφάσεις που κρίνονται από το αν ένα κόμμα διατηρεί λόγο ύπαρξης. Το «ΟΧΙ» σε μετεκλογική συνεργασία του ΠΑΣΟΚ με τη Νέα Δημοκρατία ανήκει στη δεύτερη κατηγορία.
Και γι’ αυτό το άρθρο του Δημάρχου Αθηναίων Χάρη Δούκα, με τον εύγλωττο τίτλο «Το ΟΧΙ της ανατροπής», δεν είναι μια ακόμη παρέμβαση στην εσωκομματική συζήτηση. Είναι μια απόπειρα να επαναφέρει το πολιτικό διακύβευμα εκεί όπου πραγματικά βρίσκεται: ανατροπή ή αφομοίωση; Αυτό ακριβώς είναι το δίλημμα που θέτει ο ίδιος, αντιπαραβάλλοντας μια αυτόνομη προοδευτική πρόταση στη «σοσιαλδημοκρατία της αφομοίωσης».
Και εδώ βρίσκεται η ουσία. Διότι το μεγάλο επίδικο δεν είναι με ποιον θα μπορούσε να συνεργαστεί το ΠΑΣΟΚ την επομένη μιας εκλογικής αναμέτρησης. Είναι τι ΠΑΣΟΚ θέλει να υπάρχει την επομένη.
Το «ΟΧΙ» ως πολιτικό ανάχωμα
Η συνεδριακή απόφαση που αποκλείει τη συμπόρευση με τη Νέα Δημοκρατία δεν είναι μια λεπτομέρεια κομματικής τακτικής. Είναι πολιτικό ανάχωμα απέναντι σε μια διαδικασία που εδώ και χρόνια επιχειρεί να θολώσει τα ιδεολογικά σύνορα της μεταπολιτευτικής πολιτικής ζωής.
Το ίδιο το ΠΑΣΟΚ έχει έκτοτε επαναλάβει επισήμως ότι δεν υπάρχει ενδεχόμενο συμπόρευσης με τη ΝΔ και ότι η συνεδριακή απόφαση είναι κατηγορηματική.
Για χρόνια καλλιεργήθηκε η αντίληψη ότι υπάρχει ένα περίπου ουδέτερο, ιδεολογικά αποστειρωμένο «Κέντρο», στο οποίο μπορούν να συναντηθούν όλοι αρκεί να είναι «σοβαροί», «μετριοπαθείς», «ευρωπαϊστές» και, κυρίως, «κυβερνήσιμοι».
Μόνο που το Κέντρο δεν είναι κενός πολιτικός χώρος.
Όταν η έννοια της μεταρρύθμισης ταυτίζεται σχεδόν αποκλειστικά με την απορρύθμιση, όταν η αποτελεσματικότητα του κράτους συγχέεται με την αποδυνάμωση της δημόσιας παρουσίας, όταν η κοινωνική πολιτική αντιμετωπίζεται πρωτίστως ως δημοσιονομικό κόστος και όταν η αγορά αναγορεύεται σε αυτονόητο ρυθμιστή των πάντων, τότε δεν έχουμε ένα «ουδέτερο Κέντρο».
Έχουμε μετατόπιση του Κέντρου προς τα δεξιά.
Και αυτό ακριβώς είναι το πολιτικό αποτέλεσμα που μια σύγχρονη δημοκρατική σοσιαλιστική παράταξη οφείλει να εμποδίσει.
Η μεγάλη ιδεολογική παγίδα
Η επιτυχία του νεοφιλελεύθερου υποδείγματος δεν βρίσκεται μόνο στις πολιτικές που επέβαλε. Βρίσκεται κυρίως στο γεγονός ότι κατάφερε πολλές από αυτές να τις παρουσιάσει ως μη πολιτικές.
Ως μονόδρομο.
Ως τεχνοκρατική αναγκαιότητα.
Ως «κοινή λογική».
Και όταν μια σοσιαλδημοκρατική δύναμη αποδεχθεί αυτό το πλαίσιο, έχει ήδη χάσει τη μισή μάχη. Διότι τότε η αντιπαράθεση με τη Δεξιά παύει να αφορά διαφορετικά κοινωνικά σχέδια και περιορίζεται στο ποιος μπορεί να διαχειριστεί αποτελεσματικότερα περίπου την ίδια κατεύθυνση.
Αυτή είναι η «σοσιαλδημοκρατία της αφομοίωσης» που περιγράφει ο Χάρης Δούκας. Μια σοσιαλδημοκρατία η οποία δεν διεκδικεί να νικήσει πολιτικά τη Δεξιά αλλά κινδυνεύει να εκπαιδεύεται ώστε να θεωρηθεί κάποτε αποδεκτός κυβερνητικός εταίρος της.
Αν όμως το ΠΑΣΟΚ αποδεχόταν αυτή τη λογική, θα άφηνε πίσω του ένα τεράστιο πολιτικό κενό.
Θα επέτρεπε στη νεοφιλελεύθερη ατζέντα να εγκατασταθεί μόνιμα στον χώρο του λεγόμενου Κέντρου και θα έσπρωχνε τον δημοκρατικό σοσιαλισμό σε μια γωνία του κατακερματισμένου ελληνικού αριστερού χώρου.
Αυτό θα ήταν ιστορική αυτοϋπονόμευση.
Γιατί η επιμονή Δούκα είχε σημασία
Ο Χάρης Δούκας επέμεινε στην ανάγκη ενός καθαρού αποκλεισμού της συνεργασίας με τη Νέα Δημοκρατία όταν το ζήτημα βρέθηκε στο επίκεντρο της προσυνεδριακής συζήτησης. Η αντιπαράθεση καταγράφηκε δημόσια και τελικά διαμορφώθηκε πολιτική συμφωνία για ρητή συνεδριακή τοποθέτηση.
Η σημασία αυτής της επιμονής δεν πρέπει να υποτιμηθεί.
Διότι ανάγκασε τη συζήτηση να φύγει από τη βολική περιοχή των αμφισημιών και να περάσει στην περιοχή της πολιτικής δέσμευσης.
Από τη στιγμή που ένα συνέδριο αποφασίζει ότι το ΠΑΣΟΚ επιδιώκει εναλλακτική διακυβέρνηση απέναντι στη Νέα Δημοκρατία, το ζήτημα παύει να είναι προσωπική θέση οποιουδήποτε στελέχους. Αποτελεί συλλογική πολιτική γραμμή.
Και οι συνεδριακές αποφάσεις δεν είναι χαρτιά μιας χρήσης.
Είναι συμβόλαια μεταξύ κόμματος, μελών και κοινωνίας.
Αυτό είναι ίσως το μεγαλύτερο πολιτικό κέρδος του «ΟΧΙ»: κλείνει θεσμικά την πίσω πόρτα από την οποία θα μπορούσε αύριο να επιστρέψει η θεωρία της «εθνικής ανάγκης», της «σταθερότητας» ή της «αναγκαστικής συνεργασίας των υπεύθυνων δυνάμεων».
Το δίλημμα «κυβερνησιμότητα ή χάος»
Εδώ ακριβώς βρίσκεται και η πιο επικίνδυνη παγίδα.
Το δίλημμα «κυβερνησιμότητα ή χάος» είναι ένα από τα αποτελεσματικότερα εργαλεία πειθάρχησης μιας κοινωνίας. Διότι μετατρέπει μια βαθιά πολιτική επιλογή σε τεχνικό πρόβλημα.
Δεν συζητούμε πλέον ποια κυβέρνηση.
Με ποια πολιτική.
Για ποιους.
Με ποια κατανομή του πλούτου.
Με ποιο κράτος.
Με ποιες εργασιακές σχέσεις.
Με ποιο ΕΣΥ.
Με ποια δημόσια Παιδεία.
Με ποιο μοντέλο ανάπτυξης.
Συζητούμε απλώς εάν «θα υπάρχει κυβέρνηση».
Και κάπου εκεί η δημοκρατία μετατρέπεται από διαδικασία επιλογής εναλλακτικών κοινωνικών σχεδίων σε μηχανισμό παραγωγής οποιασδήποτε κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας.
Αυτό είναι εξαιρετικά βολικό για κάθε κυρίαρχο σύστημα εξουσίας. Διότι εάν πείσεις ότι η μοναδική προτεραιότητα είναι η κυβερνησιμότητα, τότε οποιαδήποτε πολιτική δύναμη αρνείται να συμμετάσχει στο υπάρχον μοντέλο μπορεί εύκολα να παρουσιαστεί ως «ανεύθυνη».
Το politically correct του συστήματος γίνεται τότε απλό: ή προσαρμόζεσαι ή κατηγορείσαι ότι επιλέγεις το χάος.
Όμως η δημοκρατία δεν υπάρχει για να εξασφαλίζει απλώς κυβερνήσεις. Υπάρχει για να επιτρέπει στους πολίτες να αλλάζουν πολιτική.
Δεν είναι επιστροφή στο παρελθόν
Υπάρχει και μια δεύτερη παρανόηση που πρέπει να τελειώνει.
Η απαίτηση για καθαρή προοδευτική πολιτική δεν σημαίνει επιστροφή σε έναν κρατισμό περασμένων δεκαετιών. Σημαίνει αναγνώριση ότι μετά τις κρίσεις της στέγασης, της ενέργειας, της ακρίβειας και των δημόσιων υποδομών, το κράτος και η Αυτοδιοίκηση πρέπει να ανακτήσουν στρατηγική ικανότητα παρέμβασης.
Η συζήτηση αυτή δεν είναι ελληνική ιδιοτροπία.
Στη Νέα Υόρκη ο Zohran Mamdani βρίσκεται ήδη από τον Ιανουάριο του 2026 στη δημαρχία, έχοντας οικοδομήσει μια σαφώς προοδευτική πολιτική πλατφόρμα. Στο Σιάτλ η Katie Wilson, προερχόμενη από τον χώρο της κοινωνικής οργάνωσης και της διεκδίκησης για δημόσιες μεταφορές και προσιτή στέγη, ανέλαβε επίσης τη δημαρχία στις αρχές του 2026. Στην Ουάσιγκτον η Janeese Lewis George κέρδισε τις προκριματικές εκλογές με μια ατζέντα που περιλαμβάνει παιδική φροντίδα, στέγαση και ενίσχυση της δημόσιας παρέμβασης. Η ευρύτερη άνοδος δημοκρατικών σοσιαλιστών στις αμερικανικές πόλεις καταγράφεται πλέον ως διακριτή πολιτική τάση.
Και στη Βρετανία η μετάβαση του Andy Burnham από τη μητροπολιτική Αυτοδιοίκηση του Μάντσεστερ στην πρωθυπουργία συνοδεύεται από μια χαρακτηριστική προσπάθεια αποκέντρωσης της οικονομικής εξουσίας, με μεταφορά αρμοδιοτήτων από το Λονδίνο προς το νέο «No 10 North».
Δεν πρόκειται για αντιγραφή μοντέλων.
Πρόκειται για ένα κοινό πολιτικό νήμα: η προοδευτική πολιτική ξαναβρίσκει έδαφος όταν επιστρέφει στις πραγματικές υλικές ανάγκες της κοινωνίας.
Στέγη.
Ενέργεια.
Μεταφορές.
Υγεία.
Εργασία.
Δημόσιος χώρος.
Κοινωνική προστασία.
Και κάπου εδώ εμφανίζεται η Αυτοδιοίκηση
Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι σημαντικό μέρος αυτής της πολιτικής αναζήτησης ξεκινά από τις πόλεις.
Η Αυτοδιοίκηση βρίσκεται καθημερινά εκεί όπου οι μεγάλες ιδεολογικές συζητήσεις μετατρέπονται σε πραγματική ζωή.
Το ενοίκιο που δεν βγαίνει.
Το λεωφορείο που δεν περνά.
Η ενεργειακή φτώχεια.
Το σχολείο.
Η καθαριότητα.
Ο δημόσιος χώρος.
Η κοινωνική υπηρεσία.
Η πόλη είναι το σημείο στο οποίο η πολιτική δεν μπορεί να κρυφτεί πίσω από μακροοικονομικούς δείκτες. Εκεί πρέπει να αποδείξει εάν λειτουργεί.
Αυτό δίνει ιδιαίτερη πολιτική σημασία στο γεγονός ότι η συγκεκριμένη παρέμβαση προέρχεται από τον Δήμαρχο της Αθήνας. Η Αυτοδιοίκηση μπορεί πράγματι να αποτελέσει εργαστήριο μιας νέας προοδευτικής διακυβέρνησης, ακριβώς επειδή βρίσκεται πιο κοντά στις ανάγκες που το συγκεντρωτικό κράτος συχνά αντιμετωπίζει ως αριθμούς.
Το ΠΑΣΟΚ δεν χρειάζεται να γίνει χρήσιμο στη ΝΔ
Εδώ βρίσκεται τελικά όλη η συζήτηση.
Το ερώτημα για το ΠΑΣΟΚ δεν είναι εάν μπορεί κάποτε να αποδειχθεί χρήσιμο συμπλήρωμα μιας κυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας.
Είναι εάν μπορεί να γίνει ξανά επικίνδυνος πολιτικός αντίπαλος της Δεξιάς.
Επικίνδυνος δημοκρατικά.
Επικίνδυνος εκλογικά.
Επικίνδυνος επειδή μπορεί να συγκροτήσει μια διαφορετική κοινωνική πλειοψηφία.
Μια παράταξη που ξεκινά τη διαπραγμάτευση της επόμενης ημέρας πριν δώσει τη μάχη της προηγούμενης έχει ήδη αποδεχθεί τον ρόλο του μικρότερου εταίρου.
Αντίθετα, μια παράταξη που δηλώνει ότι διεκδικεί την πολιτική ανατροπή του σημερινού συσχετισμού αποκτά ξανά λόγο να ζητήσει από τους πολίτες κάτι πολύ περισσότερο από μια χρήσιμη ψήφο.
Μπορεί να ζητήσει εντολή διακυβέρνησης.
Το «ΟΧΙ» ως αφετηρία, όχι ως άλλοθι
Βεβαίως, κανένα «ΟΧΙ» από μόνο του δεν αρκεί.
Εάν μείνει σύνθημα, θα εξαντληθεί.
Εάν όμως μετατραπεί σε πρόγραμμα για κοινωνικό κράτος, δημόσια Υγεία και Παιδεία, προσιτή κατοικία, ενεργειακή δημοκρατία, αξιοπρεπείς μισθούς, ισχυρή Αυτοδιοίκηση, παραγωγική ανασυγκρότηση και δημοκρατικό έλεγχο των κρίσιμων υποδομών, τότε μπορεί να αποκτήσει πραγματικό κοινωνικό περιεχόμενο.
Η ανατροπή δεν είναι κραυγή.
Είναι πρόγραμμα.
Δεν είναι άρνηση της κυβερνητικής ευθύνης.
Είναι διεκδίκηση διαφορετικής κυβέρνησης.
Και η πολιτική επιμονή του Χάρη Δούκα συνέβαλε ακριβώς σε αυτό: να καταστεί σαφές ότι η Προοδευτική Παράταξη δεν χρειάζεται να περιμένει στον προθάλαμο κανενός συστήματος εξουσίας για να πιστοποιηθεί ως «υπεύθυνη».
Χρειάζεται να ξαναγίνει κοινωνικά αναγκαία.
Ανατροπή ή αφομοίωση
Αυτό είναι το πραγματικό δίλημμα.
Όχι «Μητσοτάκης ή χάος».
Όχι «συνεργασία ή ακυβερνησία».
Όχι οι πρόχειρες «συντεχνίες» εξουσίας που μπορεί να βαφτιστούν κυβερνήσεις εθνικής ανάγκης την επομένη μιας δύσκολης κάλπης.
Το πραγματικό δίλημμα είναι εάν ο δημοκρατικός προοδευτικός χώρος θα επιχειρήσει να μεταβάλει τον συσχετισμό δυνάμεων ή εάν θα προσαρμοστεί σε αυτόν.
Το συνεδριακό «ΟΧΙ» έδωσε μια πρώτη, ιστορικά κρίσιμη απάντηση.
Έβαλε το ανάχωμα.
Διατήρησε καθαρή τη διαχωριστική γραμμή.
Και κυρίως έδωσε στην ευρύτερη Προοδευτική Παράταξη κάτι που είχε αρχίσει επικίνδυνα να χάνει: το δικαίωμα να πιστέψει ξανά ότι δεν είναι καταδικασμένη να επιλέγει τον τρόπο με τον οποίο θα συμμετέχει στο υπάρχον σύστημα εξουσίας, αλλά μπορεί να διεκδικήσει την αλλαγή του.
Γιατί, τελικά, μια ιστορική παράταξη δεν δικαιώνει την ύπαρξή της όταν αποδεικνύει ότι μπορεί να συγκυβερνήσει με τον αντίπαλό της.
Τη δικαιώνει όταν μπορεί να πείσει την κοινωνία ότι υπάρχει άλλος δρόμος.
Και να αποκτήσει τη δύναμη να τον ανοίξει.
