ΔΙΕΘΝΗ
«Το σουηδικό στοίχημα της πράσινης βιομηχανίας και η χαμένη ευκαιρία της Ελλάδας»
Η Magdalena Andersson επιχειρεί στη Σουηδία να επαναφέρει μια ξεχασμένη αρχή της ευρωπαϊκής Σοσιαλδημοκρατίας: η πράσινη μετάβαση δεν μπορεί να είναι μόνο περιβαλλοντικοί στόχοι, περιορισμοί και επιδοτήσεις, αλλά πρέπει να μετατρέπεται σε βιομηχανική πολιτική, παραγωγή και καλά αμειβόμενες θέσεις εργασίας. Η αξιοποίηση της φθηνής καθαρής ενέργειας για νέες βιομηχανικές επενδύσεις συνδέει την κλιματική πολιτική με την οικονομική ασφάλεια και επιχειρεί να απαντήσει στην ανασφάλεια πάνω στην οποία επενδύει πολιτικά η ευρωπαϊκή Ακροδεξιά.
Το κρίσιμο ερώτημα είναι ποιος κερδίζει από τη μετάβαση. Τα παραδείγματα της Northvolt και της Stegra δείχνουν ότι δεν αρκούν οι μεγάλες εξαγγελίες ούτε η κρατική χρηματοδότηση. Χρειάζονται τεχνογνωσία, παραγωγική βιωσιμότητα, ιδιωτικά κεφάλαια, δημόσιες υποδομές και αυστηρή λογοδοσία. Ένα σύγχρονο προοδευτικό κράτος δεν μπορεί να είναι ούτε απλός θεατής της αγοράς ούτε ανεξάντλητο ταμείο διάσωσης επιχειρήσεων. Οφείλει να λειτουργεί ως στρατηγικός σχεδιαστής της παραγωγικής ανασυγκρότησης, διασφαλίζοντας παράλληλα ότι το κοινωνικό μέρισμα φτάνει στους εργαζομένους και τις τοπικές κοινωνίες.
Για την Ελλάδα, το σουηδικό παράδειγμα φωτίζει το μεγάλο ερώτημα της εποχής μετά το Ταμείο Ανάκαμψης. Δεν αρκεί η κυβέρνηση να επικαλείται ποσοστά απορρόφησης και εγκατεστημένα μεγαβάτ. Ο πραγματικός απολογισμός θα γίνει με βάση το τι θα μείνει στην ελληνική οικονομία: εγχώρια προστιθέμενη αξία, νέες βιομηχανικές αλυσίδες, τεχνογνωσία, εξαγωγές, φθηνότερη ενέργεια και καλύτεροι μισθοί. Αν μετά τη μεγαλύτερη ευρωπαϊκή χρηματοδοτική ευκαιρία των τελευταίων δεκαετιών η χώρα εξακολουθεί απλώς να εισάγει τεχνολογία και εξοπλισμό, τότε μπορεί να έχει κερδίσει τη μάχη της απορρόφησης, αλλά θα έχει χάσει τη μεγάλη μάχη του παραγωγικού μετασχηματισμού.
