Connect with us

ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

ΑΕΠ +1,9%: Η «ανάπτυξη» Μητσοτάκη σκοντάφτει στο απαρχαιωμένο παραγωγικό μοντέλο – Κέρδη για λίγους, εισαγωγές για τη χώρα

Published

on

Η κυβέρνηση μπορεί να προβάλλει την αύξηση του ΑΕΠ κατά 1,9% ως ακόμη μία επιβεβαίωση της οικονομικής της πολιτικής. Μια προσεκτικότερη ανάγνωση των στοιχείων της ΕΛΣΤΑΤ, όμως, αποκαλύπτει μια πολύ πιο σύνθετη πραγματικότητα: η ελληνική οικονομία αναπτύσσεται, αλλά το παραγωγικό μοντέλο παραμένει εγκλωβισμένο σε χρόνιες αδυναμίες, με υψηλή εξάρτηση από εισαγωγές και χωρίς ακόμη να έχει διαμορφωθεί η παραγωγική βάση που θα μπορούσε να μετατρέψει τους θετικούς αριθμούς του ΑΕΠ σε ευρύτερη και διατηρήσιμη ευημερία.

Το ΑΕΠ αυξήθηκε κατά 1,9% σε ετήσια βάση, όμως σε σύγκριση με το α΄ τρίμηνο η άνοδος περιορίστηκε μόλις στο 0,3%. Η απόσταση μεταξύ των δύο αριθμών έχει σημασία. Η οικονομία εξακολουθεί να κινείται σε θετικό έδαφος, αλλά η τριμηνιαία επίδοση δεν παραπέμπει σε κάποια εντυπωσιακή επιτάχυνση που θα δικαιολογούσε πανηγυρικές κυβερνητικές αναγνώσεις.

Ακόμη περισσότερο, ένας θετικός ρυθμός του ΑΕΠ δεν απαντά από μόνος του στο σημαντικότερο πολιτικό ερώτημα: ποιοι τελικά καρπώνονται την ανάπτυξη και πόσο αλλάζει η πραγματική παραγωγική δυνατότητα της χώρας;

Το 1,9% δεν λέει ολόκληρη την ιστορία

Advertisement

Υπάρχουν αναμφίβολα θετικά στοιχεία. Οι επενδύσεις παγίου κεφαλαίου αυξήθηκαν κατά 6,1%, η κατανάλωση κατά 1,3% και οι εξαγωγές κατά 2,2%. Ιδίως η αύξηση των επενδύσεων θα μπορούσε να αποτελέσει βάση για μια ουσιαστικότερη παραγωγική μεταβολή.

Το κρίσιμο, ωστόσο, δεν είναι μόνο πόσο αυξάνονται οι επενδύσεις, αλλά πού κατευθύνονται. Μια οικονομία δεν αλλάζει παραγωγικό υπόδειγμα απλώς επειδή αυξάνεται ο συνολικός όγκος των επενδύσεων. Χρειάζεται κεφάλαια που δημιουργούν νέα παραγωγική ικανότητα, ενισχύουν τη μεταποίηση, την τεχνολογία και την καινοτομία, αυξάνουν την παραγωγικότητα και δημιουργούν προϊόντα και υπηρεσίες ικανά να σταθούν στις διεθνείς αγορές.

Εδώ βρίσκεται και το μεγάλο πολιτικό έλλειμμα της περιόδου Μητσοτάκη. Έπειτα από χρόνια κυβερνητικών διακηρύξεων περί «αλλαγής παραγωγικού μοντέλου», η χώρα εξακολουθεί να εμφανίζει χαρακτηριστικά μιας οικονομίας που στηρίζεται σε σημαντικό βαθμό στην κατανάλωση, στις υπηρεσίες, στον τουρισμό, στην οικοδομή και στην αγορά ακινήτων, ενώ παραμένει ισχυρή η εξάρτησή της από εισαγόμενα προϊόντα και ενδιάμεσα αγαθά.

Η παγίδα των εισαγωγών

Advertisement

Τα ίδια τα στοιχεία φωτίζουν αυτή την αντίφαση. Οι συνολικές εισαγωγές αυξήθηκαν κατά 3,7%, ταχύτερα από τις εξαγωγές, ενώ οι εξαγωγές υπηρεσιών υποχώρησαν κατά 1,7%.

Το πρόβλημα είναι βαθύτερο από μία αρνητική επιμέρους επίδοση. Όταν η οικονομία αναπτύσσεται και η πρόσθετη ζήτηση οδηγεί παράλληλα σε αυξημένες εισαγωγές, ένα τμήμα της αναπτυξιακής δυναμικής διαρρέει προς το εξωτερικό. Η Ελλάδα καταναλώνει και επενδύει περισσότερο, χωρίς αντίστοιχη αύξηση της εγχώριας παραγωγής σε όλους τους κρίσιμους τομείς που θα μπορούσε να καλύψει αυτή τη ζήτηση.

Αυτή είναι η πραγματική αδυναμία πίσω από την κυβερνητική αφήγηση. Η ανάπτυξη του ΑΕΠ μπορεί να είναι πραγματική ως στατιστικό μέγεθος, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι έχει οικοδομηθεί ένα νέο, ισχυρό παραγωγικό υπόδειγμα. Πολύ περισσότερο, δεν σημαίνει ότι τα οφέλη της μεγέθυνσης κατανέμονται αυτομάτως με τρόπο που να βελτιώνει ανάλογα το βιοτικό επίπεδο της κοινωνικής πλειοψηφίας.

Οι εξαγωγές στέλνουν θετικό μήνυμα – αλλά δεν αρκεί

Advertisement

Η εικόνα του εξωτερικού εμπορίου παρουσιάζει πάντως στοιχεία που δεν πρέπει να υποτιμηθούν. Στο επτάμηνο Ιανουαρίου–Ιουλίου οι εξαγωγές ανήλθαν στα 32,76 δισ. ευρώ, αυξημένες κατά 14,9%, ενώ οι εισαγωγές αυξήθηκαν κατά 7,2%. Το εμπορικό έλλειμμα περιορίστηκε έτσι κατά 3,8%, στα 19,14 δισ. ευρώ.

Ιδιαίτερη σημασία έχει η εικόνα χωρίς τα πετρελαιοειδή. Τον Ιούλιο, το εμπορικό έλλειμμα χωρίς πετρελαιοειδή μειώθηκε κατά 9,5%, ενώ οι αντίστοιχες εξαγωγές αυξήθηκαν κατά 6,3%. Πρόκειται για θετική εξέλιξη, καθώς δείχνει ότι υπάρχει εξαγωγική κινητικότητα και πέρα από τις ενεργειακές ροές.

Δεν αρκεί, όμως, για να εξαφανίσει το διαρθρωτικό πρόβλημα. Το εμπορικό έλλειμμα παραμένει μεγάλο σε απόλυτους αριθμούς, ενώ η χώρα χρειάζεται μια πολύ βαθύτερη παραγωγική μετατόπιση για να περιορίσει σταθερά την εξάρτησή της από το εξωτερικό.

Ανάπτυξη για ποιον;

Advertisement

Αυτό είναι και το σημείο στο οποίο η οικονομική συζήτηση γίνεται αναπόφευκτα πολιτική. Η κυβέρνηση Μητσοτάκη έχει επενδύσει επικοινωνιακά στους υψηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης, στις επενδύσεις και στη βελτίωση των μακροοικονομικών δεικτών. Όμως το ΑΕΠ δεν αποτελεί δείκτη κοινωνικής κατανομής. Μπορεί να αυξάνεται χωρίς τα οφέλη να διαχέονται ισόρροπα στα νοικοκυριά, στους εργαζομένους και στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις.

Γι’ αυτό η πραγματική συζήτηση δεν μπορεί να περιορίζεται στο εάν το ΑΕΠ είναι +1,9% ή +2%. Πρέπει να αφορά την ποιότητα της ανάπτυξης, την παραγωγικότητα, τους πραγματικούς μισθούς, την κατανομή του παραγόμενου πλούτου, τη θέση των μικρομεσαίων επιχειρήσεων και τη δυνατότητα της χώρας να παράγει περισσότερα από όσα σήμερα αναγκάζεται να εισάγει.

Μετά από χρόνια ισχυρών ευρωπαϊκών χρηματοδοτικών ροών και σημαντικών πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης, το πραγματικό τεστ για την κυβέρνηση είναι πολύ αυστηρότερο από έναν θετικό αριθμό του ΑΕΠ. Είναι εάν παρέδωσε μια οικονομία παραγωγικότερη, περισσότερο εξωστρεφή και κοινωνικά δικαιότερη.

Τα τελευταία στοιχεία δείχνουν ότι υπάρχουν θετικές κινήσεις, κυρίως στις επενδύσεις και στις εμπορευματικές εξαγωγές. Δείχνουν όμως ταυτόχρονα ότι η μεγάλη υπόσχεση της παραγωγικής ανασυγκρότησης παραμένει ανολοκλήρωτη. Και όσο αυτό δεν αλλάζει, η κυβερνητική «ισχυρή ανάπτυξη» θα εξακολουθεί να απέχει από την καθημερινή εμπειρία ενός μεγάλου μέρους της κοινωνίας και από αυτό που πραγματικά χρειάζεται η χώρα: μια οικονομία που παράγει περισσότερο πλούτο στο εσωτερικό και τον διαχέει σε πολύ περισσότερους.

Advertisement
Advertisement