ΓΝΩΜΕΣ
Η άνοδος της Ακροδεξιάς απειλεί και την Ελλάδα – Το 43,8% της AfD στη Γερμανία και το καμπανάκι για την επόμενη κάλπη
Θέμα: Γαβρής Άγγελος – Δημοσιογράφος/ Πολιτικός Αναλυτής
Το αποτέλεσμα των εκλογών στη Σαξονία-Άνχαλτ είναι κάτι περισσότερο από ένα γερμανικό πολιτικό γεγονός. Είναι ένα ευρωπαϊκό προειδοποιητικό σήμα και, για την Ελλάδα, μια εξέλιξη που δεν επιτρέπει εφησυχασμό. Η AfD έφθασε στο πρωτοφανές 43,8%, υπερδιπλασιάζοντας τη δύναμή της σε σχέση με το 2021, την ώρα που η CDU περιορίστηκε στο 17,2%.
Το πραγματικό φόβητρο του γερμανικού αποτελέσματος δεν βρίσκεται μόνο στο μέγεθος του ποσοστού. Βρίσκεται στη διαδρομή που οδήγησε έως εκεί. Η Ακροδεξιά δεν υποχώρησε επειδή η παραδοσιακή Δεξιά σκλήρυνε τη στάση της σε ζητήματα μετανάστευσης, ασφάλειας και ταυτότητας. Αντιθέτως, ενισχύθηκε θεαματικά. Και αυτό είναι ένα μάθημα που αφορά ολόκληρη την Ευρώπη.
Όταν αντιγράφεις την Ακροδεξιά, την κανονικοποιείς
Εδώ βρίσκεται η πρώτη μεγάλη προειδοποίηση για την ελληνική πολιτική σκηνή. Η προσπάθεια της Κεντροδεξιάς να ανακόψει τις διαρροές προς τα δεξιά της υιοθετώντας τμήματα της ακροδεξιάς ατζέντας μπορεί τελικά να λειτουργήσει ως πολιτικό μπούμερανγκ. Όταν η γλώσσα του φόβου, της ξενοφοβίας, του αποκλεισμού και του αυταρχισμού μεταφέρεται από το περιθώριο στο κέντρο της πολιτικής αντιπαράθεσης, η Ακροδεξιά έχει ήδη πετύχει μια κρίσιμη νίκη: έχει επιβάλει το δικό της πλαίσιο συζήτησης.
Αυτό αφορά άμεσα και την Ελλάδα. Οι ρωγμές στη λεγόμενη «δεξιά πολυκατοικία» είναι πλέον εμφανείς. Στα δεξιά της Νέας Δημοκρατίας υπάρχει ένας κατακερματισμένος αλλά υπαρκτός εκλογικός χώρος, στον οποίο ανταγωνίζονται διαφορετικές εκδοχές της εθνικιστικής, υπερσυντηρητικής και αντισυστημικής ψήφου.
Στην εξίσωση αυτή δεν μπορεί να αγνοηθεί και ο Ηλίας Κασιδιάρης. Όχι με την έννοια ότι μπορεί σήμερα να προεξοφληθεί η μορφή ή η δυνατότητα οποιασδήποτε μελλοντικής εκλογικής παρουσίας του – αυτό εξαρτάται από το ισχύον θεσμικό και δικαστικό πλαίσιο. Αλλά ως πολιτικό πρόσωπο που εξακολουθεί να επιχειρεί να επηρεάζει ένα τμήμα του ακροδεξιού ακροατηρίου. Η περίπτωση των «Σπαρτιατών» στις εκλογές του 2023 είχε ήδη καταδείξει ότι αυτή η επιρροή δεν μπορούσε να θεωρηθεί πολιτικά αμελητέα.
Η ελληνική Ακροδεξιά δεν χρειάζεται να ενωθεί για να γίνει ισχυρότερη
Αυτό είναι ίσως το στοιχείο που υποτιμάται περισσότερο. Η Ακροδεξιά στην Ελλάδα δεν χρειάζεται κατ’ ανάγκην ένα ενιαίο κόμμα για να αυξήσει την επιρροή της. Μπορεί να λειτουργήσει ως πολιτικό και εκλογικό οικοσύστημα, πιέζοντας ταυτόχρονα τη Νέα Δημοκρατία προς τα δεξιά και διεκδικώντας μεγαλύτερο συνολικό μερίδιο στις επόμενες κάλπες.
Όσο η κυβέρνηση επιχειρεί να αντιμετωπίσει τις απώλειες προς τα δεξιά με μεγαλύτερη ρητορική σκλήρυνση, τόσο ενισχύεται ο κίνδυνος να συμβάλει η ίδια στην κανονικοποίηση μιας ατζέντας που τελικά μπορούν να καρπωθούν οι αυθεντικότεροι εκφραστές της. Η Γερμανία δείχνει πόσο μακριά μπορεί να φθάσει αυτή η δυναμική.
Υπάρχει όμως και ένα δεύτερο μήνυμα. Η Σοσιαλδημοκρατία και συνολικά ο προοδευτικός χώρος δεν μπορούν να αντιμετωπίσουν την Ακροδεξιά ούτε με διαχειριστική σύμπλευση με τη Δεξιά ούτε με τον σημερινό κατακερματισμό τους. Όταν δεν υπάρχει πειστική προοδευτική απάντηση στην ακρίβεια, στη στεγαστική κρίση, στις ανισότητες, στην επισφάλεια και στην ανασφάλεια για το αύριο, το κοινωνικό κενό γίνεται εύφορο έδαφος για όσους μετατρέπουν την οργή σε φόβο και τον φόβο σε ψήφο.
Η απάντηση απαιτεί έναν ισχυρό και αξιόπιστο προοδευτικό πόλο, με τη Σοσιαλδημοκρατία, την Αριστερά, την Οικολογία και τις δημοκρατικές προοδευτικές δυνάμεις να συναντώνται πάνω σε ένα συγκεκριμένο κοινωνικό και πολιτικό σχέδιο. Όχι απλώς απέναντι στην Ακροδεξιά, αλλά απέναντι στις αιτίες που την τροφοδοτούν.
Για την Ελλάδα υπάρχει, άλλωστε, ένας επιπλέον λόγος να θυμάται τι αντιπροσωπεύει η AfD. Στα χρόνια της ελληνικής δημοσιονομικής κρίσης, το κόμμα αξιοποίησε πολιτικά την ελληνική κρίση και την αντίθεσή του στα προγράμματα διάσωσης, προβάλλοντας ακόμη και τη λύση της εξόδου της Ελλάδας από την Ευρωζώνη. Την ώρα που η ελληνική κοινωνία βίωνε ανεργία, φτώχεια και μια πρωτοφανή κοινωνική δοκιμασία, η Ελλάδα μετατρεπόταν σε εργαλείο πολιτικής συσπείρωσης για την ανερχόμενη γερμανική Ακροδεξιά.
Το αποτέλεσμα στη Σαξονία-Άνχαλτ, συνεπώς, δεν είναι μια μακρινή γερμανική υπόθεση. Είναι προειδοποίηση για την επόμενη ημέρα και στην Ελλάδα. Οι ρωγμές στη Δεξιά υπάρχουν, το ακροδεξιό ακροατήριο υπάρχει και η κανονικοποίηση τμημάτων της ατζέντας του έχει ήδη εισχωρήσει στον δημόσιο διάλογο. Το πόσο μεγάλη πολιτική και εκλογική δύναμη μπορούν να αποκτήσουν όλα αυτά μαζί είναι ένα από τα ζητήματα που θα βρεθούν αναπόφευκτα μπροστά στο ελληνικό πολιτικό σύστημα.
