ΓΝΩΜΕΣ
“Οι δημοσκοπήσεις δεν φταίνε για την πολιτική κρίση”
Η συζήτηση γύρω από τις δημοσκοπήσεις επανέρχεται σχεδόν μηχανικά κάθε φορά που τα ευρήματά τους προκαλούν πολιτική δυσφορία. Όταν οι αριθμοί επιβεβαιώνουν τις προσδοκίες, αντιμετωπίζονται ως χρήσιμο εργαλείο καταγραφής της κοινωνικής πραγματικότητας. Όταν όμως καταγράφουν δυσάρεστες αλήθειες για κόμματα, ηγεσίες ή πολιτικές στρατηγικές, μετατρέπονται ξαφνικά σε ύποπτο μηχανισμό χειραγώγησης.
Η παρέμβαση του Αντώνη Παπαργύρη έρχεται να υπενθυμίσει μια βασική αρχή που συχνά χάνεται μέσα στον πολιτικό θόρυβο: οι δημοσκοπήσεις δεν παράγουν από μόνες τους πολιτικά γεγονότα. Καταγράφουν τάσεις, διαθέσεις και συσχετισμούς που ήδη υπάρχουν στην κοινωνία. Η κριτική στη μεθοδολογία τους είναι απολύτως θεμιτή και πολλές φορές αναγκαία. Όμως η γενικευμένη αμφισβήτηση του ίδιου του εργαλείου συνήθως αποκαλύπτει περισσότερο την αδυναμία του πολιτικού συστήματος να διαχειριστεί τα μηνύματα των πολιτών παρά κάποια οργανωμένη συνωμοσία των εταιρειών μέτρησης.
Στην πραγματικότητα, η πολιτική τάξη έχει αναπτύξει μια αντιφατική σχέση με τις δημοσκοπήσεις. Τις επικαλείται όταν τη δικαιώνουν και τις καταγγέλλει όταν την εκθέτουν. Το πρόβλημα δεν βρίσκεται στην ύπαρξη των μετρήσεων, αλλά στην υπερβολική εξάρτηση του δημόσιου διαλόγου από αυτές. Η καθημερινή πολιτική αντιπαράθεση μετατρέπεται συχνά σε συζήτηση ποσοστών, μεταβολών και εκτιμήσεων ψήφου, αφήνοντας σε δεύτερο πλάνο τα προγράμματα, τις ιδέες και τις προτάσεις διακυβέρνησης.
Η ευθύνη γι’ αυτή τη στρέβλωση δεν βαραίνει τις δημοσκοπήσεις. Βαραίνει κυρίως ένα πολιτικό και επικοινωνιακό σύστημα που έχει εκπαιδευτεί να λειτουργεί με όρους εντυπώσεων και διαχείρισης εικόνας. Οι μετρήσεις αποτελούν εργαλείο. Όπως κάθε εργαλείο, μπορούν να χρησιμοποιηθούν σωστά ή λανθασμένα. Δεν είναι όμως εκείνες που καθορίζουν το περιεχόμενο της πολιτικής συζήτησης.
Αξίζει επίσης να θυμόμαστε ότι σε μια ανοιχτή δημοκρατία η πληροφόρηση δεν μπορεί να θεωρείται πρόβλημα. Οι δημοσκοπήσεις, με όλα τα περιθώρια σφάλματος και τις μεθοδολογικές αδυναμίες τους, προσφέρουν μια εικόνα της κοινωνίας σε συγκεκριμένη χρονική στιγμή. Η εναλλακτική δεν είναι μια πιο δημοκρατική κατάσταση. Είναι η επιστροφή σε ένα καθεστώς όπου η γνώση περιορίζεται σε λίγους και οι πολίτες καλούνται να κινηθούν στο σκοτάδι.
Η δημόσια συζήτηση έχει ανάγκη από περισσότερη διαφάνεια, καλύτερη παρουσίαση των δεδομένων και μεγαλύτερη δημοσιογραφική ευθύνη στην ερμηνεία τους. Δεν έχει ανάγκη από δαιμονοποίηση των δημοσκοπήσεων. Διότι όταν η πολιτική επιλέγει να πυροβολεί τον καθρέφτη, συνήθως δεν λύνει το πρόβλημα που αντανακλάται μέσα σε αυτόν.
