Connect with us

ΓΝΩΜΕΣ

“Διαχωρισμός Κράτους – Εκκλησίας ΧΘΕΣ”

Published

on

Άρθρο του Γαβρή Άγγελου

Υπάρχουν στιγμές στην πολιτική ιστορία μιας χώρας όπου ένα ζήτημα επιστρέφει επίμονα, όχι επειδή το επιβάλλει κάποια ιδεολογική εμμονή, αλλά επειδή το απαιτεί η ίδια η πραγματικότητα. Στην Ελλάδα του 2026, με την κοινωνία αντιμέτωπη με τη στεγαστική κρίση, την ακρίβεια, τη δημογραφική συρρίκνωση και τη διάχυτη ανασφάλεια, η απόφαση της κυβέρνησης να προχωρήσει σε αυξήσεις που σε ορισμένες περιπτώσεις φθάνουν έως και το 95% στις αποδοχές ανώτερων εκπροσώπων του κλήρου επαναφέρει με εκκωφαντικό τρόπο ένα παλιό, ανολοκλήρωτο αίτημα: τον ουσιαστικό διαχωρισμό Κράτους και Εκκλησίας.

Η συζήτηση δεν αφορά την πίστη. Δεν αφορά τη θρησκευτική συνείδηση των πολιτών ούτε το δικαίωμα εκατομμυρίων ανθρώπων να ασκούν ελεύθερα τα θρησκευτικά τους καθήκοντα. Αφορά τη λειτουργία του κράτους, την ισότητα απέναντι στους θεσμούς και την κατανομή δημόσιων πόρων σε μια δημοκρατία.

Η Ελλάδα είναι ίσως η μοναδική χώρα της δυτικής Ευρώπης όπου η συζήτηση για τον διαχωρισμό Κράτους και Εκκλησίας παραμένει διαχρονικά ανοικτή. Το Σύνταγμα εξακολουθεί να αναγνωρίζει την Ορθόδοξη Εκκλησία ως «επικρατούσα θρησκεία», αποτυπώνοντας έναν ιστορικό δεσμό που συνοδεύει το ελληνικό κράτος ήδη από τη συγκρότησή του τον 19ο αιώνα.

Advertisement

Ωστόσο, η ιστορία της μεταπολίτευσης είναι ταυτόχρονα και η ιστορία αλλεπάλληλων συγκρούσεων ανάμεσα στις δυνάμεις του εκσυγχρονισμού και στις αντιστάσεις ενός βαθιά ριζωμένου συστήματος προνομίων.

Το 1982 η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ θεσμοθέτησε τον πολιτικό γάμο, σπάζοντας για πρώτη φορά το μονοπώλιο της Εκκλησίας σε μια από τις σημαντικότερες στιγμές της προσωπικής ζωής των πολιτών. Μέχρι τότε ο θρησκευτικός γάμος ήταν ουσιαστικά μονόδρομος. Η απόφαση προκάλεσε σφοδρές αντιδράσεις, αλλά τελικά επικράτησε ως αυτονόητη κατάκτηση ενός σύγχρονου κράτους δικαίου.

Ακολούθησε η αποποινικοποίηση της μοιχείας, η κατάργηση μιας σειράς διατάξεων που αντανακλούσαν θρησκευτικές αντιλήψεις στη νομοθεσία, η δυνατότητα πολιτικού όρκου σε δημόσιες διαδικασίες, η σταδιακή απομάκρυνση του θρησκεύματος από τις ταυτότητες και αργότερα το σύμφωνο συμβίωσης. Κάθε μία από αυτές τις μεταρρυθμίσεις αντιμετωπίστηκε ως απειλή από συντηρητικούς κύκλους. Σήμερα θεωρούνται αυτονόητες πλευρές της δημοκρατικής κανονικότητας.

Το πολιτικό συμπέρασμα είναι απλό: κάθε βήμα εκκοσμίκευσης της Πολιτείας συνάντησε αντιδράσεις, αλλά κανένα δεν οδήγησε στην κατάρρευση της κοινωνίας. Αντιθέτως, ενίσχυσε τις ατομικές ελευθερίες και τη θεσμική ουδετερότητα του κράτους.

Advertisement

Σήμερα, όμως, η συζήτηση επιστρέφει από διαφορετική αφετηρία. Δεν είναι μόνο ζήτημα συμβολισμών. Είναι ζήτημα προτεραιοτήτων.

Σε μια χώρα όπου χιλιάδες νέοι αδυνατούν να νοικιάσουν κατοικία, όπου οι συνταξιούχοι βλέπουν το εισόδημά τους να εξανεμίζεται πριν τελειώσει ο μήνας, όπου τα δημόσια νοσοκομεία λειτουργούν στα όρια των δυνατοτήτων τους και όπου η αγοραστική δύναμη παραμένει από τις χαμηλότερες στην Ευρωπαϊκή Ένωση, η επιλογή της κυβέρνησης να διοχετεύσει πρόσθετους δημόσιους πόρους προς την εκκλησιαστική ιεραρχία εκπέμπει ένα ισχυρό πολιτικό μήνυμα.

Το μήνυμα είναι ότι η σχέση εξάρτησης μεταξύ πολιτικής εξουσίας και εκκλησιαστικού μηχανισμού παραμένει ενεργή.

Κανείς δεν αμφισβητεί το κοινωνικό έργο που επιτελούν πολλοί κληρικοί σε ενορίες, συσσίτια και δομές αλληλεγγύης. Όμως το κοινωνικό έργο δεν μπορεί να αποτελεί μόνιμη απάντηση σε κάθε συζήτηση περί λογοδοσίας, περιουσίας, φορολογικής διαφάνειας ή κρατικής χρηματοδότησης.

Advertisement

Το ερώτημα είναι θεσμικό: γιατί το ελληνικό κράτος εξακολουθεί να αντιμετωπίζει την Εκκλησία με όρους προνομιακού εταίρου και όχι με τους ίδιους κανόνες που εφαρμόζονται σε κάθε άλλο κοινωνικό οργανισμό;

Γιατί οι κυβερνήσεις όλων των αποχρώσεων εμφανίζονται διατεθειμένες να συγκρουστούν με πανίσχυρα οικονομικά συμφέροντα, αλλά διστάζουν μπροστά στο ενδεχόμενο μιας ουσιαστικής συζήτησης για τον διαχωρισμό Κράτους και Εκκλησίας;

Και κυρίως: ποια ακριβώς κοινωνική ανάγκη εξυπηρετείται όταν αυξάνονται θεαματικά οι αποδοχές της εκκλησιαστικής ηγεσίας, ενώ η πλειονότητα της κοινωνίας βιώνει διαρκή οικονομική πίεση;

Η Ευρώπη του 21ου αιώνα δεν ζητά από τα κράτη να πολεμήσουν τη θρησκεία. Ζητά να αντιμετωπίζουν ισότιμα όλους τους πολίτες, ανεξαρτήτως θρησκευτικών πεποιθήσεων. Ζητά ουδετερότητα, διαφάνεια και σαφή όρια ανάμεσα στην πολιτική εξουσία και τη θρησκευτική επιρροή.

Advertisement

Η Ελλάδα ακολουθεί αυτή τη διαδρομή με βήματα αργά, συχνά διστακτικά και πολλές φορές αντιφατικά. Όμως η ιστορική εμπειρία δείχνει ότι κάθε φορά που η Πολιτεία τόλμησε να προχωρήσει μπροστά, η κοινωνία τελικά ακολούθησε.

Γι’ αυτό το αίτημα για διαχωρισμό Κράτους και Εκκλησίας δεν είναι μια ιδεολογική πολυτέλεια. Είναι ζήτημα δημοκρατικής ωριμότητας, θεσμικής ισότητας και πολιτικής αξιοπιστίας.

Και ίσως, μέσα στη σημερινή κοινωνική ασφυξία, να είναι πιο επίκαιρο από ποτέ.

Advertisement