“Γιατί τώρα”;

Γράφει η Βίκυ Χαριτάκη

 

Κύματα αποκαλύψεων και δηλώσεων περί σεξουαλικής, λεκτικής, σωματικής και ψυχολογικής βίας, έχουν κατακλύσει τις ειδήσεις με το ένα κύμα να είναι πιο μεγάλο και τρομακτικό από το προηγούμενο. Και όπως κάθε κύμα σκάει με δύναμη και φέρνει στην επιφάνεια αντικείμενα καλά κρυμμένα και θαμμένα, έτσι και αυτά έσκασαν πάνω στην ελληνική κοινωνία με δύναμη και έφεραν στην επιφάνεια την αλήθεια που πολλές φορές κρύβει ο καθένας μέσα του και στις τρικυμίες παλεύει να ελευθερωθεί. 

Μιλώντας για τρικυμίες, την αρχή έκανε η Σοφία Μπεκατώρου,  η οποία αν και ολυμπιονίκης ιστιοπλοΐας δεν κατάφερε να κοπάσει την θάλασσα που την έπνιγε. Φυσικά ακολούθησαν και άλλες γυναίκες όπως η κ. Δημαδάμα από τον χώρο της πολιτικής και πρόσφατα, δηλώσεις έκαναν γυναίκες από τον χώρο του θεάτρου οι οποίες υπέστη σοβαρή λεκτική και σωματική βία. Όλα αυτά τα περιστατικά είναι πραγματικά λυπηρά και προκαλούν φόβο και απογοήτευση, ωστόσο οφείλουμε να ξεκαθαρίσουμε κάποια πράγματα. 

Αρχικά, οποιαδήποτε μορφή βίας δεν είναι αποδεκτή από κανέναν και σε κανέναν, είτε άντρες είτε γυναίκες, η βία δεν έχει φύλλο, είναι λάθος σε όλες τις μορφές και τις εκφάνσεις της. Επιπλέον, πρέπει να αποφύγουμε να βάλουμε στο ίδιο τσουβάλι όλους τους άνδρες οι οποίοι είναι υψηλόβαθμα στελέχη στον χώρο του αθλητισμού, όλους τους άνδρες στον χώρο της πολιτικής, όλους τους άνδρες σκηνοθέτες και πάει λέγοντας και το αντίθετο, όλες τις γυναίκες που έχουν κακοποιήσει άνδρες. Είμαι σίγουρη ότι υπάρχουν αρκετοί άνδρες οι οποίοι έχουν υποστεί βία από γυναίκες και έχουν επηρεαστεί εξίσου τραυματικά. Αυτό που θέλω να πω είναι ότι πρέπει να καταδικάζουμε τα περιστατικά βίας ανεξαρτήτως φύλλου γιατί όλοι είμαστε άνθρωποι και πονάμε το ίδιο όταν ποδοπατάνε την αξιοπρέπεια μας με τέτοιο βάναυσο τρόπο. Δεν βιάζεις γιατί είσαι άντρας ή γυναίκα αλλά γιατί έχεις δύναμη και εξουσία, των οποίων η άσκηση πάνω στους άλλους σου προκαλεί ικανοποίηση και ευχαρίστηση.

Το δεύτερο πράγμα που οφείλουμε να ξεκαθαρίσουμε είναι η ερώτηση «Γιατί τώρα;» γιατί δεν μίλησε πιο νωρίς γιατί μετά από τόσα χρόνια. Λοιπόν η απάντηση αυτή έχει αμέτρητες πτυχές και αυτό διότι σαν άνθρωποι έχουμε αμέτρητες πτυχές. Το πως επεξεργάζεται κανείς τα συναισθήματα του, τους φόβους, τον πόνο καθώς και ο χρόνος που χρειάζεται ώστε να νιώσει ασφάλεια, να μιλήσει για κάτι τραυματικό ποικίλει για τον καθένα μας. Παρόλα αυτά, πολλά άτομα δεν μιλούν εξαρχής γιατί φοβούνται ότι θα τους στερήσουν την ευκαιρία να ανελιχθούν σε έναν χώρο ή θα τους κακολογήσουν και αυτό θα επηρεάσει το όνομα τους και την μετέπειτα καριέρα τους. 

Προσωπικά θεωρώ ότι απολύτως καμία θέση και καμία απειλή δεν μπαίνει πάνω από την αξιοπρέπεια μας και το οφείλουμε αυτό στον εαυτό μας. Καλύτερα να τα χάσεις όλα και να ξεκινήσεις από την αρχή, παρά να σέρνεις για πάντα ένα μπαούλο γεμάτο δαίμονες και πάθη που σε καθορίζουν από την ώρα που ξυπνάς ενώ κάθε βράδυ που κλείνεις τα μάτια σου τα ζεις ξανά. Το να βρεις το κουράγιο να μιλήσεις για κάτι τέτοιο, γνωρίζοντας το τι έχεις να αντιμετωπίσεις-είτε απειλές, είτε μια απόλυση- είτε φόβο μη και δεν σε πιστέψει κανείς- απαιτεί δύναμη ψυχής η οποία όμως θα σε απελευθερώσει από τα δεσμά σου. Οι τύψεις και οι ενοχές που δεν είπες όχι όταν έπρεπε θα στοιχειώνουν εσένα και όχι το άτομο που προχώρησε σε κατάπτυστες πράξεις. 

Σε άτομα κύρους τα οποία θεωρούν ότι τους ανήκει ο κόσμος, οφείλουμε να λέμε όχι γιατί ανήκουμε στον εαυτό μας. Οφείλουμε να μην αφήνουμε περιθώρια να το επαναλαμβάνουν γιατί φοβόμαστε να μιλήσουμε και κυρίως οφείλουμε να λέμε όχι ακόμα και αν εκείνη την ώρα θυσιάζουμε την καριέρα μας και τον κόπο μας και ας τα χάσεις όλα, τουλάχιστον δεν θα έχεις πουλήσει την ψυχή σου…

Θα κλείσω αυτό το κείμενο με ένα μικρό απόσπασμα:

«Και όταν η καταιγίδα τελειώσει, δεν θα θυμάσαι καν πώς κατάφερες να επιβιώσεις. Δεν θα είσαι καν σίγουρος ότι έχει τελειώσει. Αλλά ένα πράγμα είναι σίγουρο: όταν βγεις από την καταιγίδα δεν θα είσαι ο ίδιος άνθρωπος με αυτόν που μπήκε. Και αυτό είναι το νόημα της καταιγίδας» Haruki Murakami. 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ