ΠΟΛΙΤΙΚΗ
Νέα βόμβα στην υπόθεση των υποκλοπών – Ο Ντίλιαν στρέφει τα πυρά του κατά κυβέρνησης και Δικαιοσύνης
Η πρόσφατη δημόσια παρέμβαση του επιχειρηματία Ταλ Ντίλιαν, ιδρυτή της εταιρείας που συνδέθηκε με το κατασκοπευτικό λογισμικό Predator, επαναφέρει με ένταση στο προσκήνιο την υπόθεση των παρακολουθήσεων, προκαλώντας νέους πολιτικούς και θεσμικούς τριγμούς. Αυτό υποστηρίζει ο συνταγματολόγος Ξενοφών Κοντιάδης, σχολιάζοντας τις δηλώσεις του Ισραηλινού επιχειρηματία, οι οποίες, όπως σημειώνει, συνιστούν πλέον ευθεία βολή κατά της κυβέρνησης αλλά και της δικαστικής διαχείρισης της υπόθεσης.
Ο Ντίλιαν υποστήριξε ότι η εταιρεία του λειτουργούσε αποκλειστικά ως πάροχος τεχνολογίας και όχι ως «μισθοφορικός» μηχανισμός παρακολουθήσεων, τονίζοντας ότι η τεχνολογία της χρησιμοποιείται από κρατικές υπηρεσίες σε διάφορες χώρες σύμφωνα με τους προβλεπόμενους κανονισμούς.
Παράλληλα, διαβεβαίωσε ότι η εταιρεία του δεν λειτούργησε ποτέ κανένα σύστημα στην Ελλάδα, απορρίπτοντας κάθε εμπλοκή στη χρήση του λογισμικού εντός της χώρας.
Ιδιαίτερη αίσθηση προκαλεί, ωστόσο, η πολιτική διάσταση που επέλεξε να δώσει ο ίδιος στην τοποθέτησή του. Επικαλούμενος δημόσιες παρεμβάσεις των πρώην πρωθυπουργών Αντώνη Σαμαρά, Κώστα Καραμανλή και Αλέξη Τσίπρα, τάχθηκε υπέρ της συγκρότησης μιας αξιόπιστης διαδικασίας διερεύνησης που θα αποκαλύψει, όπως υποστήριξε, το σύνολο των πραγματικών γεγονότων. Με τον τρόπο αυτόν, επιχειρεί να μεταφέρει το βάρος της συζήτησης από τον προμηθευτή της τεχνολογίας στους κρατικούς μηχανισμούς που ενδεχομένως την αξιοποίησαν.
Σύμφωνα με τον Ξενοφώντα Κοντιάδη, το κρίσιμο στοιχείο της σημερινής παρέμβασης δεν είναι η υπερασπιστική γραμμή του Ντίλιαν, αλλά οι αιχμές περί συγκάλυψης. Όπως υπογραμμίζει, η υπόθεση των υποκλοπών παραμένει ανοιχτή και εξακολουθεί να γεννά σοβαρά ερωτήματα για τη λειτουργία των θεσμών, τη λογοδοσία και τον έλεγχο των μηχανισμών εξουσίας.
Ο συνταγματολόγος παραλληλίζει την υπόθεση με το Γουότεργκεϊτ στις Ηνωμένες Πολιτείες, επισημαίνοντας ότι ο Ρίτσαρντ Νίξον δεν οδηγήθηκε σε παραίτηση εξαιτίας της ίδιας της πολιτικής κατασκοπείας, αλλά εξαιτίας της συγκάλυψής της. Υπό αυτό το πρίσμα, εκτιμά ότι το ελληνικό σκάνδαλο των παρακολουθήσεων όχι μόνο δεν έχει κλείσει, αλλά ενδεχομένως βρίσκεται ακόμη σε μια φάση όπου κρίσιμες πτυχές του παραμένουν αδιερεύνητες.
Στο επίκεντρο της συζήτησης παραμένει η ΕΥΠ, η οποία από το καλοκαίρι του 2019 τέθηκε υπό την άμεση πολιτική εποπτεία του πρωθυπουργικού γραφείου.
Για τον Ξενοφώντα Κοντιάδη, τα ερωτήματα σχετικά με τις ευθύνες, τη γνώση των γεγονότων και τους μηχανισμούς λήψης αποφάσεων εξακολουθούν να αναζητούν πειστικές απαντήσεις, καθιστώντας την υπόθεση μία από τις σοβαρότερες θεσμικές δοκιμασίες της μεταπολιτευτικής περιόδου.
