Connect with us

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Παναγιώτης Βλάχος: ΝΔ-ΣΥΡΙΖΑ άφησαν απροστάτευτους τους δανειολήπτες και απελευθέρωσαν τους πλειστηριασμούς της 1ης κατοικίας!

Published

on

Άρθρο Παναγιώτη Βλάχου, Γραμματέα Επικοινωνίας του Κινήματος Αλλαγής στην εφημερίδα «Τα Νέα»

Το ρέκβιεμ ενός φιλοκοινωνικού νόμου

Από 1η Αυγούστου παύει η προστασία της πρώτης κατοικίας, όπως την ξέραμε. Για πρώτη φορά μετά από 10 χρόνια, ο εμβληματικός νόμος του ΠΑΣΟΚ 3869/2010 που προέβλεψε και συγκράτησε το τσουνάμι της υπερχρέωσης δεκάδων χιλιάδων νοικοκυριών και δεν μετέτρεψε την Ελλάδα σε Ισπανία, δίνει τη θέση του οριστικά στο ν. 4605/2019, που έφερε ο ΣΥΡΙΖΑ και εφαρμόζει σήμερα η Νέα Δημοκρατία. Από 1η Σεπτεμβρίου που ανοίγουν τα δικαστήρια, οι πλειστηριασμοί «απελευθερώνονται» και δεκάδες χιλιάδες νοικοκυριά που αδυνατούν να εξοφλήσουν τα δάνειά τους, κινδυνεύουν να χάσουν το σπίτι τους από τα funds.

Ο ν. 3869/2010, που ήταν προεκλογική δέσμευση, αποτέλεσε μέσα στην κορύφωση της οικονομικής κρίσης, το πιο σημαντικό εργαλείο των αδύναμων δανειοληπτών να ρυθμίσουν τα χρέη τους με βάση τις πραγματικές τους δυνατότητες και να προστατεύσουν την κατοικία τους. Τότε, που οι τράπεζες εμφανίζονταν απρόθυμες να προβούν σε ουσιαστικές ρυθμίσεις και αναπροσαρμογές των χρεών.

Ο ΣΥΡΙΖΑ όχι μόνο δεν στήριξε την εφαρμογή του Ν. 3869/2010 αλλά κατήργησε τις διατάξεις για την προστασία της κύριας κατοικίας. Στη θέση τους εισήγαγε τον Ν. 4605/2019, ουσιαστικά ένα πρόγραμμα ρύθμισης ορισμένων, ενυπόθηκα εξασφαλισμένων, τραπεζικών πιστώσεων, το οποίο ανανεωνόταν διαδοχικά μέχρι σήμερα από την ΝΔ. Γεμάτο προϋποθέσεις που απέκλειαν τη συντριπτική πλειοψηφία όσων ήταν σε πρόσκαιρη ή μόνιμη αδυναμία, το νομοθέτημα Τσακαλώτου έχει πρόσκαιρη ισχύ, δεν λαμβάνει υπόψη τις συνολικές οφειλές, δεν προβλέπει τη συλλογική τους ρύθμιση, ενώ δεν διαμορφώνει προϋποθέσεις για ένα νέο οικονομικό ξεκίνημα, καθώς μεταφέρει στο απώτερο μέλλον το σύνολο των υποχρεώσεων του οφειλέτη ή τα τυχόν περιορισμένα ευεργετήματα διαγραφής χρέους.

Η κυβέρνηση Μητσοτάκη, αφού αρνήθηκε τη σύσταση διακομματικής επιτροπής για την προστασία της πρώτης κατοικίας- πρόταση που κατέθεσε το Κίνημα Αλλαγής και συμφώνησαν όλα τα υπόλοιπα κόμματα- βάζει την υπογραφή της σε ένα νομοσχέδιο που ανοίγει τους ασκούς του Αιόλου. Μολονότι όψιμος “σοσιαλδημοκράτης,” ο κ. Μητσοτάκης και το οικονομικό του επιτελείο αναλαμβάνουν την πολιτική ευθύνη για τους μαζικούς πλειστηριασμούς ακινήτων, εκμηδενίζουν την αξία της προστασίας της κύριας κατοικίας και θέτουν σε εφαρμογή έναν πτωχευτικό κώδικα που θα μετατρέψει και επισήμως χιλιάδες ιδιοκτήτες σε ενοικιαστές των σπιτιών τους.

Ικανοποιούν έτσι ένα πάγιο αίτημα των δανειστών και των τραπεζών, που παρά την κρίση εξακολουθούν να κινούνται σε ένα διαφορετικό σύμπαν από την πραγματική οικονομία, να μεταβιβάζουν μεταξύ τους δάνεια και να κρύβονται πίσω από εφήμερες συμφωνίες κυρίων με την Κυβέρνηση. Χιλιάδες πλειστηριασμοί κατοικιών επισπεύδονται πλέον και από τις εταιρείες που αγοράζουν τα δάνεια αποβλέποντας στο γρήγορο κέρδος τους. Ο Κώδικας Δεοντολογίας της Τράπεζας της Ελλάδος δεν έχει παραγάγει τα επιθυμητά αποτελέσματα.

Advertisement

Είναι η τέταρτη φορά που το Κίνημα Αλλαγής καταθέτει τροπολογία για την προστασία της πρώτης κατοικίας και τη βελτίωση των δανειακών υποχρεώσεων των δανειοληπτών. Ζητήσαμε την αναπροσαρμογή των ορίων του νόμου – στο πνεύμα του ν. 3869, ώστε να καλύπτονται ευρύτερα κοινωνικά στρώματα και να αξιοποιείται η συνεισφορά του Δημοσίου για τη βελτίωση της ικανότητας αποπληρωμής του οφειλέτη, αλλά και την ικανοποίηση των πιστωτών. Το ίδιο ζητήσαμε να εφαρμοστεί και για την αγροτική ακίνητη περιουσία. Ενώ η αποτυχημένη πλατφόρμα του προγράμματος επιδότησης αποπληρωμής, που συγκέντρωσε μόλις 2.000 αιτήσεις χρειάζεται μεγαλύτερο χρόνο και παράταση μέχρι το τέλος του έτους αλλά και πιο ελαστικά κριτήρια. Για παράδειγμα, η ύπαρξη άλλης περιουσίας μέχρι 80.000 ευρώ να περιορίζεται μόνο στο πρόσωπο του οφειλέτη, ενώ να εξακολουθεί να λαμβάνεται υπόψη η οικογενειακή εισοδηματική κατάσταση και σε ρύθμιση να υπάγονται δάνεια με συνολική ανά πιστωτή οφειλή μέχρι 200.000 (αντί για 130.000) ευρώ