ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ
Η Ελλάδα στην κορυφή της έμμεσης φορολογίας διεθνώς με ΦΠΑ και ΕΦΚ
Η φορολογική πολιτική της κυβέρνησης συνεχίζει να παράγει θλιβερές «πρωτιές» για τη χώρα. Σύμφωνα με τα νεότερα στοιχεία του ΟΟΣΑ, η Ελλάδα συγκαταλέγεται πλέον στις χώρες με τη μεγαλύτερη εξάρτηση από την έμμεση φορολογία διεθνώς, επιβαρύνοντας δυσανάλογα τα χαμηλά και μεσαία εισοδήματα μέσω ΦΠΑ και ειδικών φόρων κατανάλωσης.
Την ώρα που η ακρίβεια ροκανίζει τους οικογενειακούς προϋπολογισμούς, οι εισπράξεις από έμμεσους φόρους καλπάζουν. Το 2023 τα έσοδα από φόρους κατανάλωσης ανήλθαν στο 40,1% του συνόλου των φορολογικών εσόδων, όταν ο μέσος όρος του ΟΟΣΑ διαμορφώνεται μόλις στο 31,2%. Με αυτή την επίδοση, η Ελλάδα κατατάσσεται στην πρώτη πεντάδα των κρατών–μελών με τη βαρύτερη έμμεση φορολόγηση.
Οι υψηλοί συντελεστές ΦΠΑ και ΕΦΚ ενισχύουν μεν τα δημόσια ταμεία, όμως λειτουργούν ως μόνιμος μηχανισμός συντήρησης της ακρίβειας και της κοινωνικής ανισότητας, πλήττοντας κυρίως τα ασθενέστερα οικονομικά στρώματα.
Το 2024 τα συνολικά φορολογικά έσοδα εκτινάχθηκαν στο 39,8% του ΑΕΠ, από 38,9% το 2023, παραμένοντας αισθητά πάνω από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ που ανέρχεται στο 34,1%. Η Ελλάδα βρίσκεται πλέον στη 10η θέση διεθνώς ως προς το ύψος των φορολογικών εσόδων σε σχέση με το ΑΕΠ, ενώ και οι ασφαλιστικές εισφορές διατηρούνται σε εξαιρετικά υψηλά επίπεδα, αυξάνοντας το κόστος εργασίας και πιέζοντας την απασχόληση.
Τα κρίσιμα στοιχεία του ΟΟΣΑ
Τα ευρήματα του Οργανισμού αποτυπώνουν με αριθμούς τη δομική στρέβλωση της ελληνικής φορολογίας:
Η Ελλάδα αντλεί περίπου το 40,7% των συνολικών φορολογικών της εσόδων από έμμεσους φόρους. Το 22,5% προέρχεται από ΦΠΑ και το 18,2% από ειδικούς φόρους κατανάλωσης σε καύσιμα, καπνό και βασικά αγαθά. Ο μέσος όρος του ΟΟΣΑ βρίσκεται στο 31,3%, μακριά από την ελληνική πραγματικότητα.
Οι ασφαλιστικές εισφορές αντιστοιχούν στο 28,8% των συνολικών φορολογικών εσόδων, όταν ο μέσος όρος του ΟΟΣΑ είναι 25,5%, επιβαρύνοντας εργαζόμενους και εργοδότες.
Ο φόρος εισοδήματος συμβάλλει μόλις στο 15,5% των συνολικών εσόδων, πολύ χαμηλότερα από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ που αγγίζει το 23,7%. Σε χώρες όπως η Δανία το αντίστοιχο ποσοστό φτάνει το 57,2% και στη Σουηδία το 26,9%, γεγονός που αναδεικνύει πόσο λιγότερο προοδευτικό είναι το ελληνικό φορολογικό μοντέλο.
Σε σχέση με το μέγεθος της οικονομίας της, η Ελλάδα συγκεντρώνει φορολογικά έσοδα άνω του 38% του ΑΕΠ, ξεπερνώντας χώρες όπως η Γερμανία, η Ισπανία και το Ηνωμένο Βασίλειο.
Παράλληλα, καταγράφεται έντονη εξάρτηση των εσόδων από μισθωτούς και συνταξιούχους. Ο ΟΟΣΑ επισημαίνει ότι η φορολογική βάση στην Ελλάδα στηρίζεται κυρίως σε αυτούς, ενώ τα έσοδα από ελεύθερους επαγγελματίες και αυτοαπασχολούμενους παραμένουν αναλογικά χαμηλότερα σε σύγκριση με άλλες χώρες.
Τέλος, μεταξύ 2010 και 2024, ο λόγος φόρων προς ΑΕΠ αυξήθηκε κατά 7,4 ποσοστιαίες μονάδες, κατατάσσοντας την Ελλάδα στην 3η θέση μεταξύ των χωρών του ΟΟΣΑ, πίσω μόνο από τη Σλοβακία και την Ιαπωνία.
Η εικόνα που προκύπτει δεν είναι αποτέλεσμα φυσικής εξέλιξης αλλά πολιτικών επιλογών. Επιλογών που μεταφέρουν διαρκώς το βάρος στους πολλούς, μέσω έμμεσων φόρων, την ώρα που το φορολογικό σύστημα παραμένει κοινωνικά άδικο και αναποτελεσματικό. Πόσες ακόμα «πρωτιές» αντέχει η κοινωνία πριν τεθεί σοβαρά το ζήτημα της ανακατανομής και της φορολογικής δικαιοσύνης;
ΠΗΓΗ: Bankinknews.gr
