ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ
Δημόσιο χρήμα και ενεργειακές επιλογές:Τι γίνεται με την νέα αύξηση μετοχικού κεφαλαίου της ΔΕΗ;
Γράφει ο Γαβρής Αγγελος
Στο επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης παραμένει η υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ, με βαριές αναφορές σε πρακτικές κακοδιοίκησης από ευρωπαϊκούς θεσμούς. Ωστόσο, παράλληλα εξελίσσεται ένα δεύτερο, λιγότερο προβεβλημένο αλλά εξίσου κρίσιμο ζήτημα: η διαχείριση δημόσιων πόρων στον τομέα της ενέργειας και ειδικότερα οι επιλογές γύρω από τη ΔΕΗ.
Η πρόσφατη ανακοίνωση για νέα αύξηση μετοχικού κεφαλαίου της ΔΕΗ, σε συνεννόηση με την κυβέρνηση του Κυριάκος Μητσοτάκης, επαναφέρει στο προσκήνιο ερωτήματα για τη στρατηγική κατεύθυνση της επιχείρησης.
Το ελληνικό Δημόσιο καλείται να συμμετάσχει με σημαντικά κεφάλαια, τα οποία προσεγγίζουν τα 1,3 δισ. ευρώ, χωρίς να διασφαλίζεται εκ των προτέρων η διατήρηση του ποσοστού του ή η ενίσχυση του ελέγχου του.
Η σύγκριση με την προηγούμενη αύξηση κεφαλαίου, στην οποία το Δημόσιο δεν συμμετείχε επικαλούμενο δημοσιονομικούς περιορισμούς, δημιουργεί εύλογη ασυνέχεια.
Τότε, η αποφυγή δαπάνης εκατοντάδων εκατομμυρίων ευρώ παρουσιάστηκε ως επιλογή εξορθολογισμού. Σήμερα, η καταβολή υπερδιπλάσιου ποσού τίθεται στο πλαίσιο μιας ευρύτερης επενδυτικής στρατηγικής, χωρίς να έχουν αποσαφηνιστεί πλήρως τα ανταποδοτικά οφέλη για την ελληνική οικονομία.
Παράλληλα, η κατεύθυνση μέρους των επενδύσεων εκτός συνόρων εγείρει ερωτήματα για την ιεράρχηση προτεραιοτήτων.
Σε μια συγκυρία όπου η εγχώρια αγορά αντιμετωπίζει πιέσεις λόγω του ενεργειακού κόστους και των κοινωνικών επιπτώσεων της ακρίβειας, τίθεται το ζήτημα κατά πόσο οι διεθνείς επεκτάσεις υπηρετούν άμεσα το δημόσιο συμφέρον ή κυρίως τη μακροπρόθεσμη αποτίμηση της εταιρείας.
Σημαντική διάσταση της υπόθεσης αποτελεί και η χρηματοδότηση από το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, από το οποίο η ΔΕΗ και εταιρείες του ευρύτερου ομίλου, συμπεριλαμβανομένου του ΔΕΔΔΗΕ, έχουν λάβει σημαντικού ύψους πόρους τα τελευταία χρόνια. Το συνολικό αποτύπωμα αυτών των ενισχύσεων, σε συνδυασμό με τη συμμετοχή του Δημοσίου στις αυξήσεις κεφαλαίου, διαμορφώνει ένα πλαίσιο έντονης δημόσιας στήριξης.
Εντούτοις, τα οικονομικά οφέλη που επιστρέφουν άμεσα στο Δημόσιο, όπως τα μερίσματα, εμφανίζονται περιορισμένα σε σχέση με το ύψος των επενδύσεων. Αυτό οδηγεί σε περαιτέρω προβληματισμό για την ισορροπία μεταξύ ρίσκου και απόδοσης, αλλά και για το κατά πόσο η υφιστάμενη εταιρική δομή διασφαλίζει επαρκώς το συμφέρον των πολιτών.
Στο μετοχικό σχήμα της ΔΕΗ συμμετέχουν ιδιωτικά επενδυτικά κεφάλαια, μεταξύ των οποίων και η CVC Capital Partners. Η παρουσία τους, σε συνδυασμό με τη στρατηγική ανάπτυξης της εταιρείας, τροφοδοτεί τη συζήτηση για το ποιοι ενδέχεται να αποκομίσουν τα μεγαλύτερα οφέλη από την αξιοποίηση δημόσιων και ευρωπαϊκών πόρων.
Το ζήτημα δεν περιορίζεται σε λογιστικές αποτιμήσεις. Αγγίζει τον πυρήνα της ενεργειακής πολιτικής: τη διαμόρφωση τιμών, τη λειτουργία της αγοράς και την προστασία των καταναλωτών. Σε ένα περιβάλλον όπου το ενεργειακό κόστος παραμένει υψηλό, η σχέση μεταξύ εταιρικής στρατηγικής και κοινωνικής ανταποδοτικότητας καθίσταται κρίσιμη.
Η συζήτηση, ωστόσο, εξελίσσεται με περιορισμένη δημοσιότητα σε σύγκριση με το εύρος των εμπλεκόμενων πόρων. Το ερώτημα που ανακύπτει αφορά το κατά πόσο η ενημέρωση των πολιτών αντανακλά πλήρως τη σημασία των εξελίξεων και αν υφίσταται επαρκής δημόσιος έλεγχος στις επιλογές που διαμορφώνουν το ενεργειακό μέλλον της χώρας.
