ΠΟΛΙΤΙΚΗ
“Κλείνει ο φάκελος” Υποκλοπές – Αμείλικτα τα ερωτήματα για το κράτος δικαίου
Η απόφαση του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου Κωνσταντίνου Τζαβέλλα να μην επανεξεταστεί η υπόθεση των υποκλοπών, επικαλούμενος την απουσία «νέων στοιχείων» κατά το άρθρο 43 παρ. 6 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, σφραγίζει τυπικά μια από τις πιο σκοτεινές υποθέσεις της μεταπολιτευτικής περιόδου.
Στην πράξη, όμως, ανοίγει έναν νέο κύκλο πολιτικής και θεσμικής αντιπαράθεσης, με αιχμή όχι μόνο την ουσία των παρακολουθήσεων αλλά και τα όρια της δικαστικής διερεύνησης σε υποθέσεις υψηλού δημόσιου ενδιαφέροντος.
Η επίκληση του άρθρου 43 παρ. 6 ΚΠΔ, που προβλέπει ότι μια υπόθεση μπορεί να ανασυρθεί από το αρχείο μόνο εφόσον προκύψουν «νέα πραγματικά περιστατικά ή αποδεικτικά στοιχεία», αποτελεί τον πυρήνα της εισαγγελικής κρίσης. Ωστόσο, η ερμηνεία του τι συνιστά «νέο στοιχείο» δεν είναι ουδέτερη τεχνική διαδικασία αλλά νομική αξιολόγηση με ευρύ περιθώριο διακριτικής ευχέρειας. Και ακριβώς εκεί εστιάζεται η κριτική: κατά πόσο η αξιολόγηση αυτή έγινε με τη μέγιστη δυνατή αυστηρότητα ή αν λειτούργησε ως φίλτρο αποκλεισμού περαιτέρω διερεύνησης.
Το γεγονός ότι η απόφαση διατηρεί σε ισχύ το πόρισμα του Αχιλλέας Ζήσης ενισχύει την εικόνα μιας θεσμικής γραμμής συνέχειας, η οποία όμως έχει ήδη αμφισβητηθεί έντονα από νομικούς κύκλους, θύματα παρακολουθήσεων και μέρος της αντιπολίτευσης. Η βασική ένσταση αφορά το κατά πόσο η αρχική αρχειοθέτηση εξάντλησε τα διαθέσιμα ερευνητικά εργαλεία ή αν υπήρξαν κρίσιμα κενά, ιδίως σε σχέση με τη διασύνδεση κρατικών μηχανισμών και ιδιωτικών λογισμικών παρακολούθησης.
Στο ίδιο πλαίσιο, ιδιαίτερο βάρος αποκτούν οι πρόσφατες δημόσιες τοποθετήσεις του Τ.Ντίλιαν, οι οποίες, αν και δεν συνιστούν κατ’ ανάγκη «νέα αποδεικτικά στοιχεία» με τη στενή δικονομική έννοια, επαναφέρουν στο προσκήνιο κρίσιμα ζητήματα για τη λειτουργία της αγοράς λογισμικών επιτήρησης και τη σχέση της με κρατικούς φορείς. Οι δηλώσεις αυτές, που κινούνται στο όριο μεταξύ διάψευσης και αποστασιοποίησης, δεν διαλύουν τις σκιές· αντιθέτως, αναδεικνύουν την ανάγκη για πιο διεισδυτικό έλεγχο σε ευρωπαϊκό επίπεδο.
Εδώ ακριβώς εντοπίζεται και το βαθύτερο θεσμικό ζήτημα. Το ελληνικό νομικό πλαίσιο για τις επισυνδέσεις, όπως διαμορφώθηκε ιδίως μετά τις τροποποιήσεις του ν. 5002/2022, επιχειρεί να ισορροπήσει ανάμεσα στην εθνική ασφάλεια και την προστασία των ατομικών δικαιωμάτων. Ωστόσο, η πρακτική εφαρμογή του έχει δεχθεί έντονη κριτική για περιορισμένη διαφάνεια και ασθενείς εγγυήσεις λογοδοσίας. Η αδυναμία ενημέρωσης των πολιτών που τέθηκαν υπό παρακολούθηση, ακόμη και εκ των υστέρων, υπονομεύει τον πυρήνα του άρθρου 19 του Συντάγματος περί απορρήτου των επικοινωνιών.
Η αρχειοθέτηση, επομένως, δεν είναι απλώς μια δικονομική κατάληξη. Είναι μια πολιτική πράξη με θεσμικές συνέπειες. Σε ένα κράτος δικαίου, η εμπιστοσύνη στη Δικαιοσύνη δεν εξαντλείται στην τυπική τήρηση των διαδικασιών, αλλά απαιτεί και την ουσιαστική πεποίθηση ότι εξαντλήθηκαν όλα τα περιθώρια διερεύνησης.
Όταν αυτή η πεποίθηση κλονίζεται, το κενό καλύπτεται από καχυποψία – και η καχυποψία, σε τέτοιες υποθέσεις, δεν είναι απλώς πολιτικό πρόβλημα αλλά θεσμικό ρήγμα.
Η υπόθεση των υποκλοπών μπορεί να «κλείνει» νομικά, αλλά παραμένει ανοιχτή κοινωνικά και πολιτικά. Και όσο τα ερωτήματα για το ποιος γνώριζε, ποιος αποφάσιζε και ποιος ωφελήθηκε δεν απαντώνται με σαφήνεια, η σκιά της θα βαραίνει όχι μόνο την εκτελεστική εξουσία αλλά και την ίδια τη λειτουργία της Δικαιοσύνης.
